Το απόσπασμα της ομιλίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στη χθεσινή (Παρασκευή 15/5/2025) έναρξη του 16ου συνεδρίου της Ν.Δ. προκαλεί εύλογα μια βαθιά αντίφαση: όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός δηλώνει πως «λυπάται και θυμώνει» για την ακρίβεια, τότε ουσιαστικά παραδέχεται ότι η κοινωνία βιώνει μια ασφυκτική πραγματικότητα την οποία η κυβέρνησή του δεν κατάφερε να αποτρέψει ούτε να ελέγξει αποτελεσματικά.
Η ακρίβεια δεν είναι ένα ξαφνικό φυσικό φαινόμενο που εμφανίστηκε χωρίς πολιτικές ευθύνες. Είναι η καθημερινότητα του συνταξιούχου που κόβει φάρμακα, του εργαζόμενου που τελειώνει ο μισθός στις 15 του μήνα, της οικογένειας που βλέπει το σούπερ μάρκετ να μετατρέπεται σε άσκηση επιβίωσης. Και όταν ένας πρωθυπουργός εμφανίζεται περισσότερο ως παρατηρητής παρά ως αποφασιστικός διαχειριστής της κρίσης, τότε η «λύπη» ακούγεται σχεδόν προσβλητική για όσους παλεύουν καθημερινά να σταθούν όρθιοι.
Η κοινωνία δεν ζητά συμπάθεια από την εξουσία· ζητά αποτελέσματα. Δεν περιμένει δηλώσεις κατανόησης, αλλά ουσιαστικές παρεμβάσεις που να ανακουφίζουν πραγματικά το κόστος ζωής. Γιατί η οργή των πολιτών δεν γεννιέται μόνο από την ακρίβεια· γεννιέται και από την αίσθηση ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει το πρόβλημα, αλλά συνεχίζει να το αντιμετωπίζει περισσότερο επικοινωνιακά παρά πολιτικά.
Και τελικά, όταν ο πρωθυπουργός λέει ότι «θυμώνει», το ερώτημα που μένει είναι απλό: με ποιον ακριβώς θυμώνει; Με μια διεθνή συγκυρία ή με τις πολιτικές επιλογές που άφησαν την ελληνική κοινωνία τόσο ευάλωτη απέναντι σε αυτήν;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ




