Εκλογή ηγεσίας από τα μέλη και τους φίλους του ΠΑΣΟΚ, προτείνει και ο Μανώλης Χριστοδουλάκης,
τονίζοντας ότι η βάση της παράταξης είναι η δύναμή της, όχι ο φόβος της.
Μία μέρα μετά από το Χάρη Δούκα, που πρότεινε προσφυγή στις εσωκομματικές κάλπες και ο βουλευτής
Ανατολικής Αττικής του ΠΑΣΟΚ με κείμενο – παρέμβαση, τάσσεται υπέρ της άμεσης εκλογής νέας
ηγεσίας, αναγνωρίζοντας τη συμβολή όλων στον μέχρι τώρα αγώνα και υπογραμμίζοντας ότι «η αλλαγή
που θέλουμε είναι εδώ». «Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο», τονίζει ο βουλευτής.
«Με απόλυτο σεβασμό σε όσους έβαλαν το μικρό ή μεγαλύτερο τους λιθαράκι στην ανάταση του χώρου. Με ειλικρίνεια
γιατί μόνο όταν κοίταξε ο ένας τον άλλο στα μάτια η παράταξη προχώρησε μπροστά.
Χωρίς προαπαιτούμενα και διαπραγματεύσεις οφιτσίων που δεν αφορούν την κοινωνία. Με το βλέμμα στραμμένο στην ευρυχωρία που θα στρατεύσει ευρύτερες δυνάμεις του προοδευτικού χώρου.
Με το βλέμμα στραμμένο σε ένα μεγάλο ΠΑΣΟΚ, μία μεγάλη δημοκρατική παράταξη. Με το βλέμμα στραμμένο μπροστά και ψηλά. Η αλλαγή που θέλουμε είναι εδώ. Αρκεί πρώτα εμείς να την πιστέψουμε. Αν όχι τώρα, πότε;», αναφέρει ως επίλογο στο κείμενο-μήνυμα ο Μανώλης Χριστοδουλάκης.
Ολόκληρο το κείμενο – πολιτική παρέμβαση του Μανώλη Χριστοδουλάκη
Αυτές τις μέρες συζητάμε πολύ. Βάζουμε στο κάδρο την «επόμενη μέρα», αλλά και την «προηγούμενη». Κινδυνεύουμε, όμως, να το κάνουμε με όρους αποκλειστικά τεχνικούς, διαδικαστικούς, αριθμητικούς, απολίτικους. Λες και δεν πήραμε χαμπάρι τι αλλάζει στην κοινωνία μας, στην χώρα, στην Ευρώπη, σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ακόμα και αν διαβάζουμε τις Ευρωεκλογές μόνο στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής σκηνής, το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο: στην Ελλάδα η Κεντροαριστερά και ο προοδευτικός χώρος οπισθοχώρησαν. Όχι μόνο έχασαν την ευκαιρία, αλλά αντιμετωπίζουν πλέον τον ορατό κίνδυνο να υποστούν στρατηγική ήττα.
Γιατί πολύ απλά, η ελληνική κοινωνία επέλεξε να στείλει μήνυμα εμφανούς αποδοκιμασίας της υφιστάμενης κυβερνητικής πολιτικής της ΝΔ, μόνο. Και όχι μήνυμα διαμόρφωσης προοπτικά πλειοψηφικών κοινωνικών και πολιτικών ρευμάτων που θα μπορέσουν να αμφισβητήσουν την υφιστάμενη διακυβέρνηση, με όρους συντεταγμένων προοδευτικών ιδεολογικών αναφορών, και όχι απλώς μέσω συγκυριακών αντιδραστικών σχηματισμών.
Αποδοκίμασε μία κυβέρνηση που έχει καταστήσει εμφανή, πλέον, όλα τα αδιέξοδα και προβλήματα της ασκούμενης πολιτικής της. Επιχαίρει δήθεν για τους ρυθμούς ανάπτυξης, την ώρα που πολιτεύτηκε απεμπολώντας τον αναντικατάστατο ρυθμιστικό ρόλο του κράτους σε μια ρηχή οικονομία, όπου κυριαρχούν λίγα καρτέλ και εμποδίζουν κάθε έννοια ανταγωνισμού. Επιμένει σε μια δημοσιονομική πολιτική μέσω των εμμέσων φόρων, και οδηγεί σε μια τεράστια ανακατανομή εισοδημάτων εις βάρος των πολλών και υπέρ των ολίγων και ισχυρών, από την ενεργειακή κρίση, μέχρι την ακρίβεια που καταλήγει σε αισχροκέρδεια.
Υποσχέθηκε αξιοκρατία και διαφάνεια, την ώρα που η εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς και το κράτος δικαίου κλονίζονται. Γίναμε μάρτυρες στην αναποτελεσματικότητα και την αδιαφάνεια των πελατειακών σχέσεων μέσα από την οικοδόμηση ενός συγκεντρωτικού κράτους, με δυσμενείς συνέπειες στην ασφάλεια, τη μη απονομή δικαιοσύνης, τον χειρισμό των φυσικών καταστροφών.
Στην πλήρη κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, του ΕΣΥ, της κοινωνικής κατοικίας. Στην ουσιαστική κρίση του παραγωγικού μας συστήματος, με την επιλεκτική αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και την πολιτική του real estate. Στην αδικία με την οποία προχώρησε την ενεργειακή και την πράσινη μετάβαση. Στην μυστική διπλωματία που αφορά εθνικά θέματα. Στις μισές λύσεις για το δημογραφικό, που δεν απαντούν στους προβληματισμούς των νέων ζευγαριών.
Ο ελληνικός λαός, λοιπόν, μας είπε καθαρά ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Δεν μας υπέδειξε, όμως, ποιος θα φέρει αυτή την αλλαγή.
Οι Ευρωεκλογές έγιναν καθρέφτης μιας νέας εμφατικής πραγματικότητας.
Η πλειοψηφία, πλέον, της ελληνικής κοινωνίας, δεν εμπνέεται από την πολιτική και το πολιτικό της προσωπικό. Απέχει, απογοητεύεται, αποστασιοποιείται, μηδενίζει και απαξιώνει οριζόντια.
Δεν αντιλαμβάνεται το πολιτικό μας σύστημα ως τον μοχλό παραγωγής πολιτικής που θα ανταποκρίνεται και θα ενσωματώνει τις ανάγκες, τις αγωνίες και τις προσδοκίες του. Και αυτό το πολιτικό σύστημα, τελικά, διαμορφώνει κοινωνίες χαμηλών προσδοκιών και συμβιβασμών, δημιουργεί πολίτες ευάλωτους εκ νέου στην αντιδραστικότητα και τον δήθεν αντισυστημισμό, που εργαλειοποιείται τελικά για να αναπαράγει το υφιστάμενο status quo, ακόμα και αν έχει πλέον την ελάχιστη κοινωνική νομιμοποίηση. Αυτό το πολιτικό σύστημα ζητάει εμπιστοσύνη που δεν εκπέμπει.
Η ροπή στην αντιδραστικότητα αποτελεί πλέον την αναμφισβήτητη πολιτική πραγματικότητα και στην Ευρώπη. Δεν είναι μόνο οι συντριπτικές πολιτικές μεταβολές στη Γαλλία ή τη Γερμανία, αλλά ακόμα περισσότερο, η παγιωμένη πεποίθηση των λαών της Ευρώπης ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν είναι δικό τους κεκτημένο, δεν μπορεί να εντοπίσει ή να διορθώσει τις αιτίες της διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής σε εθνικό επίπεδο. Έρμαια σε μία συντηρητική, φοβική και συγκεντρωτική οικονομική πολιτική, ανύπαρκτο κοινωνικό μέρισμα, περιορισμένη αμοιβαιοποίηση υποχρεώσεων, γεωπολιτική αμφισημία, ενεργειακή ευαλωτότητα και διαχειριστική προσέγγιση της μεταναστευτικής κρίσης.
Μία Ευρώπη των επιμέρους διακρατικών διαπραγματεύσεων, και όχι μία συμπαγής και ενοποιημένη πολιτική δομή, η οποία μπροστά στο αναπόφευκτο δίλημμα μεταξύ της όξυνσης του εθνικού απομονωτισμού και της περεταίρω πολιτικής της ομογενοποίησης, σέρνεται εκφυλιστικά στον επικίνδυνο πρώτο δρόμο. Και όλα αυτά, την ώρα που το διεθνές περιβάλλον περιπλέκεται με όρους πολυπολικότητας, με εκφάνσεις περιφερειακής αστάθειας να αυξάνουν το κόστος των εμπορικών δρόμων, και τον ορίζοντα των εκλογών στις ΗΠΑ να μας θέτει προ αυτονόητων νέων προκλήσεων που θα δοκιμάσουν τους αυξημένους βαθμούς εξάρτησης της Ευρώπης από τις παραδοσιακές της συμμαχίες.
Όλα αυτά, λοιπόν, μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει και σε μία εποχή μεταβατική. Μεταβατική για τον συσχετισμό ισχύος στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη. Μεταβατική για τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία, η αυτοματοποίηση, η 4η βιομηχανική επανάσταση, αλλάζουν ριζικά τον κόσμο της οικονομίας, τον χώρο της εργασίας, τον τρόπο οργάνωσης της πολιτείας και των δομών της, σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον εντεινόμενων αλληλοσυσχετίσεων. Ένα περιβάλλον, όπου ακόμα και τα «μη κανονικά» φαινόμενα όπως οι υγειονομικές ή ενεργειακές κρίσεις βάζουν το δικό τους λιθαράκι στην «κανονικότητα» των επόμενων δεκαετιών.
Σε αυτό το περιβάλλον των προκλήσεων, των κινδύνων και της αστάθειας, περισσεύουν τα αφηγήματα που απέναντι στον φόβο, υπερθεματίζουν για το ελάχιστο και το αυτονόητο, για το στοιχειώδες και όχι για το ιδεατό, για τη σταθερότητα στη στασιμότητα.
Αλλά λείπει ξανά η ελπίδα. Λείπει το όραμα που θα την ξυπνήσει. Όχι απλώς το αφήγημα, αλλά και η αξιοπιστία ότι θα το κάνουμε πράξη.
Για αυτό το όραμα, λοιπόν, έχουμε χρέος να μιλήσουμε ξανά σήμερα. Για το ΠΑΣΟΚ και τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη του 21ου αιώνα.
Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο.



