Όταν είσαι παιδί το οικογενειακό τραπέζι το μεσημέρι της Κυριακής έχει την δική του μαγεία. Όταν μάλιστα αυτό το τραπέζι είναι μέσα στο «πακέτο» της υπόσχεσης για γήπεδο, τότε γίνεται ακόμη καλύτερο. Ό,τι κι αν σου σερβιριστεί θα το φας. Το menu είναι το τελευταίο που σε νοιάζει. Δεν θα γκρινιάξεις, αφού έτσι κι αλλιώς το μυαλό είναι αλλού. Δεν θες εκείνη την ώρα κόντρες που θα άλλαζαν στο… 90’ όλο το πρόγραμμα. Εις βάρος σου φυσικά.
Δεν θα μπορούσε να ισχύει κάτι διαφορετικό και στη δική μου περίπτωση. Όταν υπήρχε «τσεκ» δίπλα στη λέξη γήπεδο η… υποχρέωση του Κυριακάτικου τραπεζιού έβγαινε με γρήγορες μπουκιές. Είπαμε εξάλλου πως το μυαλό ήταν αλλού από το πρωί. Όταν ο πατέρας έλεγε «το απόγευμα θα πάμε στον Παναιτωλικό», σιγά μην καθόμουν να σκεφτώ αν θα γέμιζε το στομάχι! Γι’ αυτό υπάρχει και το κυλικείο του γηπέδου, για να καλύψει τα κενά.
Πρώτη σέντρα στις 3 το χειμώνα, 4 με 5 όταν άλλαζε η ώρα και έπιανε η άνοιξη και το καλοκαιράκι. Αυστηρές οι ώρες αυτές, μόνιμη και η Κυριακή. Οι τηλεοπτικές υποχρεώσεις των συνδρομητικών, τα Σάββατα, τα βραδινά ματς και το… πρόγραμμα – ακορντεόν, μπήκαν αργότερα στη ζωή μας.
Τα «χρόνια της αθωότητας» υπήρχε μόνο η μυσταγωγία της Κυριακής! Τις περισσότερες φορές δεν ήξερα καν τον αντίπαλο. Τον μάθαινα στον δρόμο προς το γήπεδο. Εκτός αν ήταν το Μεσολόγγι όπου ήταν ένα παιχνίδι με τις δικές του… ιδιαιτερότητες και ήθελα να το γνωρίζω από πριν. Όταν είσαι μικρός δεν σε λιώνει το βαθμολογικό άγχος και το πρόγραμμα που ακολουθεί. Δεν κάνεις υπολογισμούς με το τεφτέρι και το κομπιουτεράκι. Είχαν οι μεγάλοι την… ευθύνη γι’ αυτό. Στο δικό μου μυαλό «Κάθε ματς ξεχωριστά» που λέει και η κλισέ φράση παικτών και προπονητών.
Αν έβρεχε η ομπρέλα ήταν απαραίτητο εφόδιο. Σαφώς και εμπόδιζε να βλέπεις όπως θες, ειδικά αν μπροστά σου ήταν κανένα πρώτο μπόι, όμως δεν γινόταν κι αλλιώς. Ποιος θα άκουγε την μάνα μου μετά «ότι βράχηκα και κρύωσα και τί το ήθελα το γήπεδο με τέτοια μέρα». Αν είχε καλό καιρό τα πράγματα ήταν πιο εύκολα.
Δεν υπήρχαν ιδιαίτερες διαπραγματεύσεις, πλην της δέσμευσης για «επανάληψη μαθημάτων» με την επιστροφή. Εστω κι αν τις περισσότερες φορές υπήρχε μια σχετική καθυστέρηση, αφού από την λήξη του αγώνα έως την επιστροφή στο σπίτι μεσολαβούσε και χρόνος σε ένα λούνα παρκ που βρισκόταν (αν δεν με απατά πλέον η μνήμη) συχνά πυκνά στον περιβάλλοντα χώρο του γηπέδου. Εκεί που σήμερα είναι η πλατεία με το άγαλμα του Γάλλου.
Οπότε και τα… συγκρουόμενα αυτοκινητάκια προσθέστε τα στην ιερότητα που είχε η, εντός έδρας, Κυριακή.
Ενα μισάωρο πριν φτάναμε στο γήπεδο για να μπούμε στην ουρά να πάρουμε και εισιτήριο. Ποδαράτοι φυσικά. Μικρές οι αποστάσεις. Τις περισσότερες φορές… οικογενειακώς. Πατέρας, παππούς, θείοι. Μυημένοι όλοι από μικροί στο «κυανοκίτρινο». Μέχρι και σήμερα (πλην παππού που βλέπει από ψηλά) όλοι κάπου εκεί τριγυρίζουν…
www.gazzetta.gr




