Σε κάθε δημοκρατική κοινωνία, η ενεργός συμμετοχή των πολιτών αποτελεί θεμέλιο της διαφάνειας, της λογοδοσίας και του δημόσιου ελέγχου. Όταν οι καταγγελίες προς τις αρμόδιες Αρχές γίνονται με υπευθυνότητα, τεκμηρίωση και αποκλειστικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για την αντιμετώπιση φαινομένων αυθαιρεσίας, διαφθοράς και παραβίασης δικαιωμάτων.
Τις τελευταίες ημέρες – ή για να είμαστε πιο ακριβείς, τους τελευταίους μήνες, γινόμαστε μάρτυρες ενός φαινομένου που τείνει να λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Δυστυχώς, αυτή η «κολόνια» κρατάει χρόνια. Βλέπουμε διαρκώς καταγγελίες όπου, στο τέλος της ημέρας, οι καταγγέλλοντες δεν εμφανίζονται ως υπερασπιστές του δημοσίου συμφέροντος, αλλά ως μέρος του προβλήματος που υποτίθεται ότι καταγγέλλουν.
Φωτοβολταϊκά πάρκα, αιολικά έργα, μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και άλλες επενδύσεις στρατηγικής σημασίας καθυστερούν ή μπλοκάρονται μετά από ενέργειες μικρών ομάδων πολιτών ή συλλογικοτήτων, συχνά αμφίβολης αντιπροσωπευτικότητας και χρηματοδότησης. Θεωρητικά εμφανίζονται να υπερασπίζονται το περιβάλλον, τον τόπο τους ή την ποιότητα ζωής των κατοίκων. Στην πράξη όμως, σε αρκετές περιπτώσεις, οι ενέργειές τους φαίνεται να υπηρετούν άλλες σκοπιμότητες.
Η χρήση τέτοιων καταγγελιών δεν λειτουργεί ως μέσο προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, αλλά περισσότερο ως εργαλείο πίεσης, εκφοβισμού ή ακόμη και προσωπικής και επιχειρηματικής αντιπαράθεσης. Οι λεγόμενες «εκβιαστικές καταγγελίες» δεν αποσκοπούν στην αποκάλυψη της αλήθειας ούτε στη διακοπή μιας πραγματικά παράνομης δραστηριότητας. Αντίθετα, επιχειρούν να αξιοποιήσουν το κύρος και τη βαρύτητα που προσδίδει η σφραγίδα μιας «ενεργής ομάδας πολιτών», κινητοποιώντας ελεγκτικούς μηχανισμούς και δημιουργώντας αρνητικές εντυπώσεις.
Τελικός στόχος συχνά δεν είναι η προάσπιση του γενικού καλού, αλλά η εξυπηρέτηση ιδιωτικών, επιχειρηματικών ή προσωπικών συμφερόντων. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου τέτοιες πρακτικές χρησιμοποιούνται ως μοχλός πίεσης σε επαγγελματικές, επιχειρηματικές ή ακόμη και προσωπικές αντιπαραθέσεις, προκαλώντας σημαντικές καθυστερήσεις σε έργα μείζονος σημασίας για την ανάπτυξη της χώρας.
Παράλληλα, πλήττουν την υπόληψη και τη λειτουργία προσώπων, υπηρεσιών και οργανισμών, πριν καν διαπιστωθεί η βασιμότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται. Χαρακτηριστικά είναι τα φαινόμενα συνεχών καταγγελιών από δήθεν «ενεργούς δημότες», συλλογικότητες ή ακόμη και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης προς εισαγγελικές και άλλες δημόσιες αρχές. Καταγγελίες που συχνά συνοδεύονται από πολυσέλιδα νομικά κείμενα, εντυπωσιακές ανακοινώσεις και ηχηρά δελτία Τύπου, χωρίς όμως να διαθέτουν την απαραίτητη ουσία ή αποδεικτική βάση. Στόχος δεν είναι πάντα η δικαίωση μιας θέσης, αλλά η δημιουργία εντυπώσεων και η καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου αφηγήματος στην κοινή γνώμη. Τι συμβαίνει όμως όταν το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στα δελτία Τύπου και στα πληρωμένα δημοσιεύματα;
Τι συμβαίνει όταν οι δημόσιες αρχές, ενεργώντας σύμφωνα με τον νόμο και το δημόσιο συμφέρον, αντιστέκονται στις πιέσεις και αρνούνται να υποκύψουν στη λογική της καταγγελίας ως μέσου εκβιασμού; Πώς οφείλει να αντιδράσει μια δημόσια υπηρεσία όταν τίθενται διλήμματα του τύπου: «ή σταματάτε τη διαδικασία αδειοδότησης ή θα βρεθείτε αντιμέτωποι με μηνύσεις και προσωπικές διώξεις»; Πώς πρέπει να προστατευθούν οι δημόσιοι λειτουργοί που ασκούν τα καθήκοντά τους με βάση τον νόμο και όχι με βάση τις πιέσεις οργανωμένων μειοψηφιών; Η πολιτεία οφείλει να προστατεύσει το δικαίωμα της καταγγελίας.
Ταυτόχρονα όμως οφείλει να απομονώσει και να αντιμετωπίσει πρακτικές που μετατρέπουν αυτό το δικαίωμα σε μέσο εκβιασμού και αθέμιτης επιρροής. Η ελευθερία της έκφρασης και η δυνατότητα αναφοράς παρανομιών δεν μπορούν να συγχέονται με την ασυδοσία, τη συκοφαντία ή την εργαλειοποίηση των θεσμών. Σε μια ώριμη δημοκρατία, η υπεύθυνη καταγγελία αποτελεί πράξη κοινωνικής ευθύνης.
Η εκβιαστική καταγγελία, αντίθετα, συνιστά κατάχρηση ενός θεσμικού δικαιώματος που τελικά στρέφεται εναντίον της ίδιας της κοινωνίας.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο δεν είναι μόνο νομική. Είναι βαθιά πολιτική, θεσμική και ηθική. Και από τη διάκρισή τους εξαρτώνται η ποιότητα του δημόσιου βίου, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και η δυνατότητα της χώρας να προχωρά σε επενδύσεις και έργα που υπηρετούν το συλλογικό συμφέρον.
Ήρθε η ώρα να ανοίξει σοβαρά αυτή η συζήτηση. Να μπει ένα τέλος στην ασυδοσία όσων, κρυμμένοι πίσω από τίτλους, σφραγίδες και την επίφαση της κοινωνικής δράσης, χρησιμοποιούν τις καταγγελίες ως εργαλείο παρεμπόδισης, πίεσης και δημιουργίας συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού. Η δημοκρατία έχει ανάγκη από ενεργούς πολίτες. Δεν έχει ανάγκη από επαγγελματίες καταγγέλλοντες.




