Ο Μακιαβέλι στην Αυλή του Βυζαντίου και το Όνειρο του Μεταβατικού Θρόνου

Αν ο Μακιαβέλι αναζητούσε σύγχρονα παραδείγματα για να συμπληρώσει τον «Ηγεμόνα» του, ίσως να μην χρειαζόταν να ταξιδέψει μακριά. Ένα πρόσφατο πολιτικό επεισόδιο στην Αιτωλοακαρνανία αποδεικνύει ότι οι βυζαντινές αυλές δεν ανήκουν μόνο στα βιβλία της Ιστορίας. Απλώς άλλαξαν ονομασίες, πρόσωπα και αξιώματα. Οι μηχανισμοί, όμως, παραμένουν αναλλοίωτοι: συμμαχίες, μετακινήσεις, φιλοδοξίες και η διαρκής αναζήτηση του επόμενου «μεταβατικού θρόνου».

Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι οι αυτοκρατορίες δεν κλονίζονται μόνο από εξωτερικούς αντιπάλους. Συχνά δοκιμάζονται από εκείνους που βρίσκονται πιο κοντά στην εξουσία. Από ανθρώπους που ορκίζονται πίστη μέχρι τη στιγμή που διακρίνουν μια νέα προοπτική, έναν διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων ή έναν πιο ελκυστικό δρόμο προς την προσωπική τους ανέλιξη.

Κάπως έτσι φαίνεται να εξελίχθηκε και η συγκεκριμένη υπόθεση στην Αιτωλοακαρνανία.

Για χρόνια, μια σχέση συνεργασίας και εμπιστοσύνης έμοιαζε ακλόνητη. Μια πολιτική συνύπαρξη που είχε αντέξει στον χρόνο, έχοντας οικοδομηθεί πάνω στην αμοιβαία εκτίμηση, στην καθημερινή συνεργασία και σε δεσμούς που ξεπερνούσαν τα στενά όρια της πολιτικής.

Όμως στην πολιτική, όπως και στο Βυζάντιο, η αφοσίωση συχνά αποδεικνύεται η πιο εύθραυστη αξία.

Όταν εμφανίστηκε μια νέα πολιτική πραγματικότητα και μαζί της η προοπτική ενός διαφορετικού κέντρου επιρροής, οι παλιές βεβαιότητες άρχισαν να υποχωρούν. Οι συμμαχίες επαναξιολογήθηκαν, οι προτεραιότητες άλλαξαν και οι πολιτικοί υπολογισμοί απέκτησαν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ο Μακιαβέλι είχε περιγράψει με σχεδόν προφητική ακρίβεια αυτή τη συμπεριφορά. Οι άνθρωποι, έγραφε, σπανίως παραμένουν πιστοί σε πρόσωπα. Παραμένουν πιστοί στις προσδοκίες τους. Και όταν θεωρήσουν ότι οι προσδοκίες αυτές εξυπηρετούνται καλύτερα αλλού, η μετακίνηση παρουσιάζεται ως στρατηγική επιλογή και η παλιά αφοσίωση ως ξεπερασμένη υποχρέωση.

Το ζήτημα, βέβαια, δεν είναι η επιλογή. Σε μια δημοκρατία ο καθένας έχει το δικαίωμα να χαράσσει τη δική του πολιτική πορεία. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: πόσο εύκολα και κυρίως με ποιόν τρόπο εγκαταλείπονται σχέσεις ετών όταν στον ορίζοντα εμφανιστεί η υπόσχεση ενός νέου ρόλου, μιας νέας θέσης ή ενός μελλοντικού θρόνου, έστω και μεταβατικού.

Εκεί ακριβώς αρχίζει ο αυθεντικός βυζαντινισμός.

Όχι ο βυζαντινισμός των ιστορικών συγγραμμάτων, αλλά εκείνος της καθημερινής πολιτικής πρακτικής. Εκεί όπου οι προσωπικές φιλοδοξίες βαφτίζονται πολιτική στρατηγική, οι μετακινήσεις παρουσιάζονται ως αναγκαίες προσαρμογές και οι παλιές συμμαχίες θυσιάζονται χωρίς δεύτερη σκέψη όταν κριθεί ότι δεν εξυπηρετούν πλέον τον τελικό στόχο.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι όσοι πρωταγωνιστούν σε τέτοιες ιστορίες πιστεύουν συνήθως πως επιδεικνύουν πολιτική ευφυΐα. Η κοινωνία, ωστόσο, αξιολογεί διαφορετικά τα γεγονότα. Δεν θυμάται μόνο ποιος κέρδισε ή ποιος έχασε. Θυμάται κυρίως τον τρόπο.

Θυμάται ποιοι στάθηκαν δίπλα σε ανθρώπους και ιδέες όταν αυτό είχε κόστος. Θυμάται, όμως, και ποιοι έσπευσαν να αλλάξουν στρατόπεδο μόλις διέκριναν μια πιο συμφέρουσα διαδρομή.

Η Αιτωλοακαρνανία είναι ένας τόπος με ισχυρή πολιτική μνήμη. Και η πολιτική μνήμη έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: μπορεί να συγχωρεί πολλά, αλλά δύσκολα ξεχνά.

Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας να μην αφορά όσους έφυγαν ούτε όσους έμειναν. Ίσως να αφορά την ίδια τη φύση της εξουσίας. Γιατί από την Κωνσταντινούπολη των αυτοκρατόρων μέχρι τη σύγχρονη πολιτική σκηνή, οι θρόνοι αλλάζουν, οι πρωταγωνιστές εναλλάσσονται, οι φιλοδοξίες παραμένουν ίδιες.

Και κάπου ανάμεσα στο Βυζάντιο και τον Μακιαβέλι εξακολουθεί να γράφεται η ίδια, παλιά ιστορία.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ

Σχετικές δημοσιεύσεις