Ο Καραϊσκάκης στο Δραγαμέστο Ξηρομέρου το 1825
Μάχες στον Μαχαλά , Καρβασαρά , Μάνινα και Ρίβιο
Το καλοκαίρι του 1825 που η Δυτική Ελλάδα φλεγόταν και επικρατούσε ολοσχερής έρεβος στις περιοχές της και , το Μεσολόγγι πολιορκούνταν από τον Κιουταχή και τον Ομέρ Βρυώνη, ο Καρπενησιώτης οπλαρχηγός Γιαννάκης Γιολδάσης έγραφε προς τον Καραϊσκάκη, αλλεπάλληλες γραφές περί τα τέλη του Ιουνίου του 1825 για τον γρήγορο και αναγκαίο ερχομό του στη Δυτική Ελλάδα [ ΓΑΚ : Βλαχογ. Πολέμ.φάκ.29 (λ. 426) & Απομνημονεύματα, Νικολάου Σπηλιάδη , τόμ. 2ος , σελ. 427].
Παρόμοια με την του Γιολδάση επιστολή, στάλθηκε προς την Κεντρική Διοίκηση και άλλη επιστολή, υπογεγραμμένη από επιφανείς εντός του Μεσολογγίου Σωματάρχες , μηνολογούμενη μάλιστα δέκα ημέρες πριν την προαναφερθείσα , με την οποία ζητούσαν μεταξύ των άλλων, να δημιουργηθεί οπωσδήποτε στρατόπεδο στην Ακαρνανία από το οποίο θα κτυπούν τον εχθρό από τις πλάτες που θα εφοδίαζε με τρόφιμα τον Κιουταχή στο Μεσολόγγι, τρόφιμα που θα προέρχονταν από τις κεντρικές αποθήκες των Τούρκων, οι οποίες βρίσκονταν στον Καρβασαρά (Αμφιλοχία). Ιδού και η περί ης ο λόγος επιστολή των Σωματαρχών του Μεσολογγίου υπογεγραμμένη από το Μεσολόγγι στις 15 Ιουνίου 1825.
«… Προσέτι διά να ταχυνθή η λύσις της πολιορκίας μας, οπού αλλέως την βλέπωμεν δύσκολον, αν το εγκρίνη η Διοίκησις να διορισθή εν δυνατόν σώμα ή από εκείνα οπού είναι εις Σάλωνα, ή από όπωσιν άλλο μέρος να απεράση εις Καρπενήσι και Απόκουρον να συνάξη και τα εις εκείνα τα μέρη διασκορπισμένα στρατεύματα και να πέσουν εις το μέρος της Ακαρνανίας, να εμποδίσουν τας τροφάς του εχθρού οπού φέρουν από Καρβασαρά (Αμφιλοχία), και να κτυπούν όσον ημπορούν από ταις πλάταις, έχοντας όμως πάντοτε τας τροφάς των εις τα καράβια και εις τα παράλια της Ακαρνανίας. Μένομεν με σέβας βαθύτατον .
Νάστας Ζέρβας, Ιωάννης Σούκας, Νότης Μπότζιαρης, Σπύρο Μήλιος, Λάμπρος Βέικος, Μήτσος Κοντογιάννης, Νικηταράς, Αποστολάκης Κουσουρής, Βασ. Χασάπης, Γιαννάκης Ράγκος, Νικ. Στουρνάρης, Φώτο Μπόμπορης, Γεώργιος Τσόγκας, Ανδρέας Ίσκου, Δημ. Μακρής, Γιαννάκης Στάϊκος, Κώστ. Βλαχόπουλος, Σωτήρης Γιώτης, Λάμπρος Φωτομάρας, Νικολός ανεψιός του Δήμου Τσέλιου». [ Βλαχογ. Ιδιωτ. Συλλογαί, φάκ. 244 (έγγραφο 62)].
Αφουγκραζόμενος λοιπόν ο Καραϊσκάκης την κατάσταση που του περιέγραφε ο στρατηγός Γιαννάκης Γιολδάσης και παλιός γνώριμος, αλλά και καλός του φίλος, καταφθάνει αστραπιαία ως αρχηγός των έξω του Μεσολογγίου ενόπλων δυνάμεων και ξαναζωντανεύει τις επαρχίες στη Δυτική Ελλάδα, με αποτέλεσμα οι έξω του Μεσολογγίου οπλαρχηγοί να πάρουν θάρρος, οι κρυμμένοι στις αποκλείστρες ξαναβγαίνουν, οι καταπιεσμένοι ξανασηκώνουν κεφάλι, πάλι αντηχούν τα καριοφίλια και τα γιαταγάνια και οι εχθροί μουδιάζουν στο άκουσμα του ερχομού στη Δυτική Ελλάδα, του στρατηγού Γεωργίου Καραΐσκάκη. Στις 18 Ιουλίου 1825, οι οπλαρχηγοί Καραϊσκάκης, Γιαννάκης Γιολδάσης, Γεώργιος Βαλτινός και Βαγγέλης Κοντογιάννης, από το Κρίκελο της Ευρυτανίας που βρίσκονταν, πληροφορούν την Επιτροπή της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος Διοίκησης και μεταξύ των άλλων, τους γράφουν και τα παρακάτω:
«… Άμα οπού επέρασεν ο στρατηγός Καραϊσκάκης εις τα εδώ μέρη, συνενοηθέντες και ενωθέντες όλοι μας, εσκέφθημεν αρκούντως περί την του Μεσολογγίου σωτηρίας και ετοιμαζόμεθα να κινηθώμεν δι’ εκεί. Αλλά διά να γένει το κίνημα υγιές επωφελές, ανάγκη πάσα ήτον να συναχθούν όλοι οι Αρχηγοί των επαρχιών και αξιωματικοί και κάθε ένοπλος πατριώτης, εν ταυτώ δε να γένει και η ανήκουσα φροντίς και πρόβλεψις των ζωοτροφιών δι’ ολίγας ημέρας και ο διωρισμένος τόπος και ημέρα συναθροίσεώς μας, τα οποία αυτά εξ ανάγκης απαιτούσαν καιρόν διά να γίνουν. Ο λαός της Δυτικής Ελλάδος ήταν νεκρός, τρυπωμένος και εις αθλίαν κατάστασιν, μάλιστα εις τα πέριξ του Καρπενησίου, χωριά ολόκληρα επροσκύνησαν και άλλοι ήσαν αμφιρρεπείς, από τα οποία ωφελούμενοι οι εν Καρπενησίω εχθροί ήρχισαν να σκλαβώνουν φαμελιές πολλές και χωριά ολόκληρα, οδηγούμενοι από τουρκολάτρας και προσκυνημένους χριστιανούς… Όθεν σκεφθέντες στρατηγηματικώτερον, εν όσω να γένουν οι προειρημένες ετοιμασίες, διαλεγόμεθα έως 800 εις το γελέκι και δι’ όλης ημέρας και νυκτός κινήσαντες από Κλεπά του Κραβάρου, χθες πρωί εφθάσαμεν εις Καρπενήσι και επιπεσόντες έξαφνα εις τους αμερίμνους εχθρούς εκυριεύσαμεν σχεδόν όλην την χώραν και πεσόντες οι Έλληνες με τα μούτρα επάνω τους, τόσην τροπήν τους έκαμαν, ώστε αφήσαντες τα περισσότερα πόστα επεριωρίσθησαν μόνον εις μιαν μάνδραν… Ούτος ο πόλεμος, Σεβαστή Επιτροπή, έστησε τα όρια του Έθνους, ελευθέρωσε πολλάς φαμελίας και αιχμαλώτους, έβαλεν εις κίνδυνον και εζόρισεν όλους τους τουρκολάτρας, διέσπειρε τον τρόμον έως τα Τρίκαλα και Μέτσοβον, εξ αιτίας μάλιστα του Καραϊσκάκη, έδωσε θάρρος και ψυχήν εις όλους τους καθαρούς Έλληνας, οι οποίοι άρχισαν να ευγαίνουν πλέον από τες τρύπες και να δείχνουν στήθος του εχθρού. Στρέφομεν λοιπόν τας δυνάμεις εις Μεσολόγγιον, ενδυναμώσαντες με τούτο τες πλάτες μας και επικαλούμενοι την εξ ύψους βοήθειαν και την ευχήν της πατρίδος και της Διοικήσεως, μένομεν ευσεβάστως.
Τη 18 Ιουλίου 1825 από Κρίκελον
Oι Πατριώται και Αδελφοί
Γιαννάκης Γιολδάσης , Καραϊσκάκης , Γεώργιος Βαλτινός , Ευαγγέλης Μήτζου Κοντογιάννης, Κωνσταντίνος Γιολδάσης ». [ ΓΑΚ : Βλαχογ. Εκτελ. φάκ. 14 (51) ].
Συνεχίζοντας οι αγωνιστές την περιγραφή των τραγικών δεινών στη Δυτική Ελλάδα, λέγουν κατόπιν ότι, όσο να γίνουν οι προετοιμασίες για το Μεσολόγγι, έτρεξαν από Κλεπά (Κράβαρα) την προηγούμενη μέρα, 17 Ιουλίου 1825, και επέπεσαν ξαφνικά το πρωί και πολέμησαν ως την πέμπτη απογευματινή νικηφόρα, προσθέτοντας:
«Ούτος ο πόλεμος, Σεβαστή Επιτροπή, έστησε τα όρια του Έθνους, ελευθέρωσε πολλάς φαμελίας και αιχμαλώτους, έβαλεν και εξόρισεν όλους τους Τουρκολάτρας. Διέσπειρε τον τρόμον έως Τρίκαλα και Μέτσοβον, εξ αιτίας μάλιστα του Καραϊσκάκη, έδωσε θάρρος και ψυχήν εις όλους τους καθαρούς Έλληνας, οι οποίοι άρχισαν να εβγαίνουν πλέον από τις τρύπες και να δείχνουν στήθος του εχθρού». [ ΓΑΚ : Βλαχογ. Πολέμ. φάκ. 14 (λ. 135)].
Στις 9 Αυγούστου 1825, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης με τους άνδρες του δίνουν στο Πετροχώρι της Τριχωνίδας (Απόκουρο) και άλλη νικηφόρα μάχη κατά του Τουρκαλβανού Άγου Βασιάρη ή Μουχαρντάρη. Την ίδια ημέρα ο Καραϊσκάκης αναγγέλλει τη νέα επιτυχία του στο υπουργείο Πολέμου, προς το οποίο για τις ελλείψεις του υψώνει φωνή και ζητάει φουσέκια!!! «Λοιπόν, παρακαλώ και φωνάζω. Διά το όνομα της πατρίδος και της Σεβαστής Διοικήσεως! Φουσέκια – φουσέκια – φουσέκια! Να μας σταλούν και μερικά χρήματα για ν’ αγοράσωμεν ψωμί. Χαψιά δεν έχουμε να φάμε…». [ ΓΑΚ: Βλαχογ. Πολέμ. φάκ. 30].
Ο Προφήτης Ηλίας στο Δραγαμέστο Ξηρομέρου, στον οποίο τον Αύγουστο του 1825 έστησε το στρατόπεδό του ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. (Φωτ. Γιώργος Ρίζος 1979, Μουσείο Εμμανουήλ Μπενάκη).
Από εκεί (το Πετροχώρι) ο Καραϊσκάκης αποφάσισε να περάσει στο Ξηρόμερο διά να προξενεί εμπόδια στη μετακίνηση των τροφών στους Ομέρ Βρυώνη και Ρεσίτ Κιουταχή, οι οποίοι ήδη πολιορκούσαν το Μεσολόγγι από τον Απρίλιο του 1825. Αλλά επειδή τα μέρη του Αχελώου που μπορούσε να περάσει ήταν καλά φυλαγμένα από τους εχθρούς, αποφάσισε να πάει στο Ξηρόμερο διά μέσω των Αγράφων και του Βάλτου. Αναχώρησε λοιπόν περί τα μέσα του Αυγούστου από το Απόκουρο και αφού διάβηκε από τα Κράβαρα και το Καρπενήσι έφθασε στα Άγραφα, μας αναφέρει ο γραμματικός του, Δημήτριος Αινιάν [Απομνημονεύματα , Δημητρίου Αινιάν, σελ.57].
Στο διάβα του οι ελευθερωτές ανάγκασαν τον τουρκοπροσκυνημένο οπλαρχηγό Σταμούλη Γάτσο, να κλειστεί με τους 300 ενόπλους του στο χωριό Καροπούλα και τον Μήτρο, τον γιο του Γώγου Μπακόλα, να αφήσει ελεύθερες πολλές καταπιεζόμενες οικογένειες Βαλτινών και να τραπεί σε φυγή. Στον Βάλτο της Ακαρνανίας, τον Καραϊσκάκη τον ακολούθησαν αρκετοί επώνυμοι Βαλτινοί οπλαρχηγοί, όπως π.χ. οι Γιαννάκης Στράτος, Γεώργιος Βαλτινός, οι αδελφοί Χρήστος και Γιώργος Καραχρήστος (αντιστράτηγος και χιλίαρχος αντιστοίχως) και οι χιλίαρχοι Ιωάννης και Θανάσης Κασβίκης. Μάλιστα για τους γενναίους Αδελφούς Καραχρήστου οι οποίοι κατάγονταν από το Χαλκιόπουλο του Βάλτου, σε μία προς τη Διοίκηση επιστολή του Καραϊσκάκη, διαβάζουμε τα παρακάτω στα οποία διατηρούμε την ορθογραφία, αλλά και το ύφος του κειμένου στην περί ης ο λόγος επιστολή.
Χειρόγραφος ενυπόγραφη επιστολή του Καραϊσκάκη για τους Καραχρησταίους από το Χαλκιόπουλο του Βάλτου.
«Καθ’ ον καιρόν έφθασα εις τον Βάλτον τους πρώτους διοργανωτάς των εκεί πραγμάτων, εύρον τους Καραχρησταίους και Κασβίκην κατά τα ανά χείρας αποδεικτικά μου, τα οποία περικλείων πέμπων εις την Σεβαστήν Διοίκησιν με Επίτροπον των ειρημένων Καραχρησταίων και Κασβίκην, τον Σωτήρη Διδασκάλου. Επειδή αυτούς τους εκράτησα ως αναγκαίους με το να σταθούν άξιοι και από με τα τέλη Μαρτίου με 140 συντρόφους δεν έλλειψαν ουδέ στιγμήν κάμνοντες το χρέος των, άμα δε οπού έφθασα εγώ εις Βάλτον ακολούθησαν μαζί μου και έβγαλαν τόσα άρματα του Βάλτου όπου κανείς δεν ενθυμάται άλλοτε να εκστρατεύσουν τόσοι Βαλτινοί, επικεφαλής των οποίων έχω αυτούς, οίτινες έδειξαν εν πολέμοις και δείχνουν μεγάλα κατορθώματα, άλος δουλεύσαντες στρατιωτικώς με 140 συντρόφους από τέλη Μαρτίου είναι και δίκαιον να μη χάσουν τους κόπους των, αλλά να πάρουν και αυτοί τον εδικόν τους μισθόν, επί τούτω πέμπουν και αυτοί Επίτροπόν τους, τον παρουσιάζοντα αυτήν παρούσαν ομού με τον στρατιωτικόν τους κατάλογο. Σεβαστή Διοίκησις εγώ εδώ που είμαι γνωρίζω και κρίνω καλόν, δίκαιον και συμφέρον και παρακαλώ να μην αδικεφτούν από τον μιστό τους έως πρώτη Απριλίου δουλεύσαντες, πολεμούντες, με τροφές και πολεμοφόδια δικά τους και άλλα αναγκαία εξ ιδίων τους, εξοδεύοντα κατά το αποδεικτικόν καθυποβάλον και ταύτα πάντα εις τον ορισμόν και την δικαίαν απόφασιν της Διοικήσεως . Και μένω με βαθύτατον σέβας.
Τη 10 Σεπτεμβρίου 1825 Δραγαμέστο Ευπειθής και πρόθυμοςπατριότης
Καραϊσκάκης ».
[ ΧΕΟΕΒ, κουτί 77, φάκ.84 ]
Ερχόμενος στο Ξηρόμερο ο Καραϊσκάκης έδωσε σημαντικές μάχες και νυχτομαχίες οι οποίες προξένησαν μεγάλες φθορές ως προς τον εφοδιασμό στο στρατόπεδο των Βρυώνη και Κιουταχή στο Μεσολόγγι.
Η πρώτη λαμπρή μάχη που έδωσε ο Καραϊσκάκης στο Ξηρόμερο ήταν αυτή στον Μαχαλά (Φυτείες) Ξηρομέρου στις 28 Αυγούστου 1825, στην οποία μάλιστα κινδύνεψε να χαθεί. Για τη μάχη αυτή, έγγραφα των ΓΑΚ καθώς και τα Ελληνικά Χρονικά, φύλ. 70 /1825, απηύθυναν επαίνους και διθυράμβους για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, αναφέροντας τα παρακάτω:
«Σεβαστή Επιτροπή, Γενναιότατοι αδελφοί Στρατηγοί και εκάστης τάξεως αξιωματικοί, Σας ασπαζόμεθα αδελφικώς.
Εν συντόμω σας ειδοποιούμεν, καθώς επροστάχθημεν παρά της Σεβαστής Επιτροπής και από όλους σας τους αδελφούς μας, ακολουθήσαμεν χθες Παρασκευήν, εφθάσαμεν εις Μαχαλάν Ξηρομέρου, όπου επολεμήσαμεν με τους Τούρκους και εσκοτώσαμεν πολλούς από αυτούς και ένα μπεϊόπουλον, και επιάσαμεν και ζωντανούς και τους επήραν και περισσά πλιάτσικα οι Έλληνες. Τόσον τρόμον έλαβαν, οπού, αν δεν ήταν οι πύργοι να κλεισθούν μέσα και αν δεν τους έδιδε χαμπέρι ο Τουρκογώγος (Γώγος Μπακόλας), ήθελε τους πιάσωμεν όλους ζωντανούς.
Οι Τούρκοι όμως ολοένα απερνούν και φεύγουν κατά την Άρταν καθημερινώς. Ημείς ήλθομεν εις μοναστήρι Πόρτας και ερρίξαμεν ορδί. Εις ετούτα τα μέρη δεν ηύραμεν τον Αναγνώστην Καραγιάννην, ούτε Δημοτζέλιον, ούτε κανέναν άλλον παρά τα πόστα όλα πιασμένα από τους Τούρκους, με το να έγινεν η προδοσία.Τώρα όμως είμεθα υστερημένοι από τροφάς και πολεμοφόδια και θέλετε μας στείλει δέκα, Νο 10, χιλιάδες οκάδες αλεύρι, δέκα φορτώματα τζιπχανέν και πεντακόσιες μποτίλιες ρακή. Τες προάλλες με τον Κοχιάν σας εστείλαμεν πεντακόσια σφαχτά και τριάντα κεφάλια γελάδια, τα οποία δεν αμφιβάλλομεν ότι τα ελάβατε και τα εγεύθητε με υγείαν. Ημείς εδώ, όθεν απεράσαμεν, εμψυχώσαμεν τον κόσμον και αποδιώξαμεν πάσαν τουρκολατρείαν. Ο Γεωργάκης Καραχρήστου, Κασβίκης και όλοι οι Βαλτινοί εσυνήχθησαν και είναι μαζί μας. Ό,τι νέα έχετε, με πρώτον θέλετε μας ειδοποιήση. Διό και μένομεν ευσεβάστως. Τη 29 Αυγούστου 1825, εν Ακαρνανία Στρατοπέδου
Oι πρόθυμοι πατριώτες και αδελφοί
Καραϊσκάκης, Ανδρίτζος Σαφάκας, Ζαχαράκης Γιολδάσης,Ευαγγέλης Μήτζου Κοντογιάννης,
Κώστας Σιαδήμας, Γεωργάκης Πεσλής, Χρήστος Μακρής ».
Η επιστολή του Καραϊσκάκη και των συν αυτώ οπλαρχηγών που πολέμησαν στη μάχη στον Μαχαλά Ξηρομέρου στις 28 Αυγούστου 1825, υπογεγραμμένη από το Δραγαμέστο (Αστακός) και απευθύνονταν προς την Επιτροπή του Αγώνα στο Μεσολόγγι. Η επιστολή αυτή πρωτοδημοσιεύεται και ερμηνεύεται αυτολεξεί, για πρώτη φορά, από τον γράφοντα το παρόν πόνημα. [ ΓΑΚ : Μικροί Κλάδοι , Επιτροπή Δυτικής Χέρσου Ελλάδος , φάκ. 12 (λ. 973)].
Ιδού και η δημοσίευση των Ελληνικών Χρονικών για τη μάχη στον Μαχαλά Ξηρομέρου:
« Προς την Διευθύνοντα τα της Δυτικής Ελλάδος Επιτροπήν και προς τους Οπλαρχηγούς της εν Μεσολογγίω Φρουράς.
Εκ του εν Ακαρνανία Ελληνικού στρατοπέδου, την 29 Αυγούστου 1825
Κατά τας οποίας η Σεβαστή Επιτροπή συμφώνως με τους αδελφούς μας Οπλαρχηγούς, τους εν Μεσολογγίω μας έδωκεν επιταγάς, απαραλλάκτως και ηκολουθήσαμεν. Χθες εφθάσαμεν εις Μαχαλάν, όπου συνεκροτήσαμεν μάχην με τους Βαρβάρους και Προστασία του Αηττήτου Υπερμάχου μας τους ενικήσαμεν. Μεταξύ του πλήθους των φονευθέντων εχθρών ήτον και εν πολλά σημαντικόν Μπεόπουλον. Από τους ζωγρηθέντας όμως κανείς δεν είναι σημαντικός. Έκαμαν δε πλουσιώτατα λάφυρα οι Έλληνες. Μέγας τρόμος κατακυρίευσεν όλους τους εις το στρατόπεδον αυτό εχθρούς, από τους οποίους κανείς βέβαια δεν ήθελε διαφύγει την ελληνικήν ρομφαίαν ή την αιχμαλωσίαν, αν ο προδότης Τουρκογώγος (εννοεί τον Γώγο Μπακόλα), προειδοποιηθείς περί της αφίξεώς μας δεν ήθελε ιδεάσει όλον το στρατόπεδον, ώστε μέγα μέρος αυτών εκλείσθη εις τους Πύργους και ούτω διεσώθησαν κατά το παρόν. Καθημερινώς διαβαίνων διάφορα εχθρικά σώματα, και διευθύνονται προς την Άρταν. Ημείς εστρατοπεδεύθημεν εις το Μοναστήρι της Πόρτας (Άγιος Γεώργιος, Μπαμπίνη). Παρακαλείται η Σεβαστή Επιτροπή να διατάξη διά να μας σταλθώσιν όσον τάχιστα τροφαί ικαναί και πολεμοφόδια. Όλοι οι εν Ακαρνανία εμψυχώθηκαν και τουρκολατρείας ίχνος πουθενά δεν έμεινεν. Οι Βαλτινοί όλοι ενώθηκαν με ημάς. Παρακαλούμεν να μας ιδεάζητε συνεχώς και περί των αυτούσε διατρεχόντων, και πάσαν αξιοπερίεργον της άλλης επικρατείας είδησιν ( έπονται υπογραφές ).
Εύγε Γενναιόψυχε Καραΐσκάκη και λοιποί ακαταμάχητοι οπλαρχηγοί, πιστοί της φιλτάτης Πατρίδος Υπέρμαχοι! Ιδού οποία διά του αρρήκτου δεσμού της προς αλλήλους αγάπης εκατορθώσατε. Παρουσία πνεύματος, πατριωτισμού αισθήματα, τόλμη μετά λόγου, καταφρόνησις του εχθρού και αδελφική ανάμεσόν σας ένωσις, ταύτα πάντα απτόητοι Ήρωες, εστάθησαν των κινημάτων σας οι πρόδρομοι. Και διά τούτο άμα πατήσαντες το έδαφος της πλημμυρηθείσης από τους χειμάρρους των βαρβάρων γης της Στερεάς Ελλάδος, πανταχού θριαμβευταί εδοξάσατε το ελληνικόν όνομα, το οποίον οι μισόκαλοι εχθροί μας χαιρόμενοι ενόμιζον εφέτος να καταβυθίσωσιν εις της παντοτεινής λήθης τας αβύσσους. Το μέγα προς την απελπισθείσαν Πατρίδα χρέος σας λογιζόμενοι εις τα βάθη της καρδίας Σας, απεκρούσατε τους ολεθρίους των Αγαρηνών κατά της Ανατολικής Ελλάδος σκοπούς. Και ιδού η Ανατολική Ελλάς εις Σας και εις τους λοιπούς τους εν Σαλώνοις συναδέλφους Σας αποδίδει χάριτας, διότι εμιάνθη σχεδόν από τας ορδάς των απίστων Μουσουλμάνων.
Προχωρείτε τελευταίον εις την Δυτικήν Ελλάδα, καθαρίζετε τας Επαρχίας της από το οθωμανικόν μόλυσμα, διαβαίνετε εις τον Βάλτον, καταλαμβάνετε τας στενωπούς του Καρβασαρά και Μακρυνόρους, και διά των κατά την Ακαρνανίαν θριάμβων Σας, στεναχωρείτε τον βάρβαρον Κιουταχήν να συγκεντρώση όλας τας δυνάμεις του εις μόνον το Μεσολόγγιον. Ευγνωμονούσα λοιπόν και η Δυτική Ελλάς εύχεται ημέραν και νύκτα υπέρ αναρρώσεως του φιλοπάτριδος στρατού Σας.
Φιλοτιμηθήτε, ω άξιοι των Μιλτιάδων και Κιμώνων απόγονοι, να αναδειχθήτε μέχρι τέλους ένθερμοι της Ελλάδος προστάται. Συναγροικηθήτε και με τους λοιπούς καρτεροψύχους του Μεσολογγίου υπερασπιστάς, και μακράν του να εξιχνιάσητε βδελυρόν τι λείψανον των παλαιών παθών, αποφασίσατε και ενεργήσατε την ολοτελή του αγέρωχου Κιουταχή καταστροφήν.
Η Πατρίς και το έθνος, εις Σας, ω οπλαρχηγοί της όλης Δυτικής Ελλάδος, στηρίζουν και το έτος τούτο τας ελπίδας της σωτηρίας των και εις τους ακαταδαμάστους βραχίονας της Στρατιάς Σας αφοσιούνται».
Μάχη στον Μαχαλά Ξηρομέρου στις 28 Αυγούστου 1825, όπως την περιγράφουν τα Ελληνικά Χρονικά, φύλ.70, 2 Σεπτεμβρίου 1825.
Στις 29 Αυγούστου 1825, ο Καραϊσκάκης στρατοπεδεύει για λίγο στο Μοναστήρι Άγιος Γεώργιος στην Πόρτα Μπαμπίνης και την 1η Σεπτέμβρη φθάνει στο Δραγαμέστο (Αστακός), θέση Προφήτης Ηλίας και στήνει το ορδί του εκεί, αλλά και στα μαγαζιά (Κάτω Δραγαμέστο, δηλαδή στον σημερινό παράλιο Αστακό), συνεπικουρούμενος με αρκετούς αξιόλογους, τότε, Δυτικοελλαδίτες οπλαρχηγούς όπως οι: Γιαννάκης Ράγκος, Γεώργιος Τσόγκας, Ανδρίτσος Σαφάκας, Ζαχαράκης Γιολδάσης, Γεώργιος Πεσλής, Κώστας Σιαδήμας, Πέτρος Φαρμάκης, Νικολός Ζέρβας, Λάμπρος Φωτομάρας, Μήτσος Κοντογιάννης, Βαγγέλης Κοντογιάννης, Χρήστος Μακρής, Γεώργιος Βαλτινός, Χριστόδουλος Χατζηπέτρου, Βασίλης Πάτσης, Γαλάνης Μεγαπάνου, Δήμο Τσέλιος, Θοδωρής Κ. Μαγγίνας, Ανδρέας Ίσκος, Γιαννάκης Στράτος, Χρήστος και Γεώργιος Καραχρήστος, Αθανάσιος και Γιάννης Κασβίκης, Φώτης Κουσουρής κ.λπ.
Όπως όλες οι επαρχίες της Δυτικής Ελλάδος είχαν ερημωθεί με την εισβολή στην Αιτωλοακαρνανία του πασά Ρεσίτ Κιουταχή, έτσι ερημώθηκε και το Ξηρόμερο, με εξαίρεση το Λεσίνι, το οποίο ως περικλειόμενο από θάλασσα προασπιζόταν από τους τρεις γενναίους Χιλίαρχους, ήτοι τους: Δημήτρη Παλιογιάννη (καταγόμενος από τον Βάτο Ξηρομέρου), Θοδωρή Κ. Μαγγίνα (Δραγαμέστο) και Γιάννη Παλιογιώργο (Βλάχος στην καταγωγή και μετέπειτα κάτοικος Κομποτής) και ανέτασσαν σθεναρή άμυνα στις τουρκικές επιθέσεις. Μάλιστα, ο Δημήτρης Παλιογιάννης διακρίθηκε ιδιαίτερα στις εξόδους. Έβγαινε δηλαδή, έστηνε καρτέρια στα περάσματα και επέφερε σημαντικές φθορές στις εφοδιοπομπές των εχθρών προς ενίσχυση με τρόφιμα και πολεμοφόδια στον Κιουταχή που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι.
Με τον ερχομό του Καραϊσκάκη στο Δραγαμέστο Ξηρομέρου, πολλοί οπλαρχηγοί από εκείνους που βρίσκονταν αποστασιοποιημένοι μέσα στο νησί Κάλαμος Λευκάδος βγαίνουν στο Ξηρόμερο και ενώνονται με αυτούς που είναι στο Λεσίνι και με τον Καραϊσκάκη στο Δραγαμέστο, μας αναφέρει ο Γεν. Αστυνόμος Θεοδόσιος Θωμίδης (ΓΑΚ: Αστυν. φάκ. 32, λ. 22) και έτσι δημιουργούσαν φθορές στις τουρκικές φάλαγγες που εφοδίαζαν τους Ομέρ Βρυώνη και Ρεσίτ Κιουταχή στο Μεσολόγγι με τρόφιμα κ.λπ. από τις αποθήκες του Καρβασαρά και της Κανδήλας Ξηρομέρου που τις είχαν οι Τούρκοι ως βάσεις ανεφοδιασμού των.
Αυτή την εποχή τα Ελληνικά Χρονικά που εκδίδονταν στο Μεσολόγγι από τον Ιάκωβο Μάγερ, βρίσκονται στην ευχάριστη θέση και γράφουν στις 19 Αυγούστου 1825, για μια επιτυχία των ελληνικών δυνάμεων υπό τον Ξηρομερίτη οπλαρχηγό Δήμο Τσέλιο, κοντά στον Αχελώο ποταμό.
« Στρατόπεδον Ελληνικόν Ξηρομέρου, Δραγαμέστο την αυτήν 12 Αυγούστου 1825
Σήμερον διήλθον και επλησίασαν προς τον Αχελώον ποταμόν διακόσια πεντήκοντα εχθρικαί κάμηλοι φορτωμέναι τροφάς διά το στρατόπεδον του Κιουταχή. Ωρμήσαμεν λοιπόν κατ’ αυτών, πλην δεν ελάβαμεν την ευκαιρίαν να τας κτυπήσωμεν. Εσυλλάβαμεν όμως μετά ταύτα 100 αλογομούλαρα φορτωμένα με τροφάς διευθυνόμενα και αυτά διά το ίδιον εχθρικόν στρατόπεδον, τους οδηγούς τους οποίους εφονεύσαμεν όλους. Ενταύθα πολυπλασιάζεται καθ’ ημέραν ο στρατός μας. Αφού δε δυναμωθώμεν καλά, ελπίζομεν εις τον Θεόν να προξενήσωμεν την πλέον ουσιώδη ζημίαν του εχθρού. Το πλείστον μέρος των γυναικών αι οποίαι είχαν καταφύγει την Άνοιξιν τήδε κακείσε, εσυνάχθησαν πάλιν εις τα χωρία των και απολαμβάνουν τους καρπούς των κόπων των, θερίζουσαι και τρυγώσαι, ώστε αρκετόν μέρος του Ξηρομέρου τώρα δεν πατείται πλέον από τους πόδας των απίστων». [Ελληνικά Χρονικά, φύλ. 66 /19 Αυγούστου 1825].
Το φθάσιμο του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη στο Ξηρόμερο υπόσχεται λαμπρούς θριάμβους κατά των τυράννων, αναφέρει σε επιστολή του ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος. Ο δε ενθυμηματογράφος Νικόλαος Κασομούλης , αναφέρει για τον ερχομό του Καραϊσκάκη στο Δραγαμέστο και τα παρακάτω:
« Ο Καραϊσκάκης ως αστραπή περιερχόμενος τας επαρχίας με έως τρεις χιλιάδες στενοχωρηθείς από θροφάς (τροφές),διά να ευκολύνεται από αυτάς, τέλη Αυγούστου είχε φθάσει εις Δραγαμέστον διά να ξεκουράση τον στρατόν. Στρατοπέδευσεν εις το χωρίον και εις τα μαγαζιά (παραλία Αστακού), όστις αμέσως ειδοποίησεν και τον Τζιόγκα και Ράγκον να μεταβούν εκεί να ενωθούν και να αφήσουν ολίγους εις το Λεσίνι. Επήγαν όλοι ομού και έγραψαν και προς ημάς την ένωσίν των». [Ενθυμήματα, τόμ. Β′, σελ. 126].
Κι όμως, εκείνες ακριβώς τις μέρες αναφύονταν σοβαρά προβλήματα στη Δυτική Ελλάδα, που δημιουργούσαν ανησυχίες, εξ αιτίας της συμπεριφοράς των στρατηγών Γιαννάκη Ράγκου και Γεωργίου Τσόγκα, οι οποίοι δυσανασχετούσαν με τον ερχομό του Καραϊσκάκη στο Ξηρόμερο και την αρχηγία του στο στρατόπεδο του Ξηρομέρου. Χαρακτηριστικό της κακοδαιμονίας των δύο και της γενικότερης κρισιμότητας είναι η παρακάτω αναφορά των μέσα στο Μεσολόγγι και έξω, Σωματαρχών, προς την κεντρική Διοίκηση :
«Προς την Σεβαστήν Διοίκησιν της Ελλάδος
Ο Ιερός αγώνας της Ανεξαρτησίας μας, ήδη πενταετής γέγονεν και αντί να λαμπρυνθή με νέας προόδους, είδομεν οπού εκινδυνεύσαμεν και κινδυνεύομεν να χάσωμεν και τα όσα έχομεν εις χείρας, και τούτο μας έφερε γενικήν νέκρωσιν και δη να ειπώμεν καλύτερον, τελείαν απελπισίαν. Διό όλοι συμφώνως επροστρέξαμεν εις την φιλάνθρωπον κυβέρνησιν με γενικήν μας αναφοράν ζητούντες παρ’ αυτής άμεσον υπεράσπισιν, εις την οποίαν έχομεν και χρηστάς ελπίδας.
Με θλίψιν μας άκραν όμως μανθάνομεν ότι μερικοί ταραχοποιοί και του κοινού καλού και αρμονίας μισηταί ζητούν να ανατρέψουν όλον αυτό, και υποσχόμενοι εκ μέρους των πράγματα, και πάντως αδύνατα. Διά τούτο λοιπόν αναφερόμεθα προς την Σεβαστήν Διοίκησιν, διά να κάμη παν το δυνάμενον να εμποδιστούν τα παρόμοια ζιζάνια και να λάβουν όσοι εις τούτο οργανίζουν συστολήν και να μην ταράζουν την κοινήν ησυχίαν, ότι πρώτοι θα το εύρουν από τον Θεόν και έπειτα από ημάς και ας όψωνται οι ταραχοποιοί. Με το προσήκον σέβας μένομεν και υποσημειούμεθα.
Την 22 Σεπτεμβρίου 1825 Μεσολόγγι
Οι ευπειθείς πατριώτες
Νότης Μπότζαρης, Καραϊσκάκης, Κίτζος Τζαβέλας , Ανδρίτζος Σαφάκας, Γιώργης Κίτζος, Ζαχαρής Γιολδάσης, Λάμπρος Βέϊκος, Γεώργιος Πεσλής , Νικόλαος Στουρνάρης , Κώστας Σιαδήμας , Γιαννάκης Στάϊκος, Χρήστος Μακρή, ς Χρήστος Φωτομάρας, Γεωργάκης Αραπογιάννης ,Φώτος Μπόμπορης , Πέτρος Φαρμάκης , Δημήτρης Μακρής , Νικολός Ζέρβας Ανδρέας Ίσκο , Μήτσος Κοντογιάννης , Λάμπρος Φωτομάρας , Γεώργιος Βαλτινός , Γαλάνης Μεγαπάνου , Θανάσης Ραζηκότσικας , Αποστολάκης Κουσουρής , Δημήτης Σίψας, Δήμος Τζέλιος, Βασίλης Χασάπης , Δημήτρης Γεροθανάσης ». [ ΓΑΚ : Βλαχογ. Εκτελ. φάκ. 15 (5) ].
Η προς την κεντρική Διοίκηση επιστολή στις 22 Σεπτ. 1825 των μέσα και έξω του Μεσολογγίου οπλαρχηγών, με την οποία γνωστοποιούσαν για την ανθενωτική συμπεριφορά των Γεωργίου Τσόγκα και Γιαννάκη Ράγκου. [ ΓΑΚ : Βλαχογιάννη / Εκτελεστικό , φάκ. 15 (5)]
Δύο μέρες μετά, οι τα της Διευθύνουσας Επιτροπής του Μεσολογγίου, Παπαδιαμαντόπουλος και Θέμελης, κυκλοφόρησαν εκτεταμένη περί ομονοίας προκήρυξη και παραινούσαν και τα ακόλουθα:
« Γενναιόψυχοι της Πατρίδος υπέρμαχοι, συσσωματωθήτε όσοι έξω του Μεσολογγίου με τον Γενναιότατον Στρατηγόν Καραΐσκάκη, διορισθέντα από την Σεβαστήν Διοίκησιν αρχηγόν των κατά των εχθρών επιχειρημάτων…», μας αναφέρουν τα Ελληνικά Χρονικά. [ Ελληνικά Χρονικά, φύλ. 72 /1825, σελ.1].
Η απόφαση της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος, με την οποία στις 25 Απριλίου 1825 ορίζεται αρχηγός Αρμάτων Ξηρομέρου ο στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης. [ ΓΑΚ: Πολεμ. φάκ. 76 (133)]
Αλλά οι Γεώργιος Τσόγκας και Γιαννάκης Ράγκος, δυστυχώς, είχαν συμπεριφορά μικροπρεπή και φθονερή για τον αητό της Ρούμελης, τον Γεώργιο Καραΐσκάκη και αποχώρησαν από το στρατόπεδο του Δραγαμέστου που είχαν εγκατασταθεί και αυτοί εκεί, αλλά για πολύ λίγο διάστημα. Να τι μας αναφέρει ο Σπύρο Μήλιος στα Απομνημονεύματά του και στη σελ. 176 για τα γεγονότα που διεδραματίστηκαν εκείνη την εποχή στο Δραγαμέστο (Αστακός) Ξηρομέρου:
«Τα πάθη ήταν τόσο κορυφωμένα, ώστε ετύφλωσον τους ανθρώπους και δεν έβλεπον τον ορθόν δρόμον, όστις εδύνατο να μας σώση! Δεν είχες την αρχηγία του Μεσολογγίου, Τσόγκα και την παραίτησες αυτοθελήτως διά ν’ αναχωρήσης απ’ αυτό ώστε να μην ασθενήσης; Τι αντενεργείς λοιπόν εκείνον (τον Καραϊσκάκη) όστις την έλαβεν από την αξιότητά του;», παρατηρεί μεταξύ άλλων ο Σπυρομήλιος.
Παρατίθεται ως ακολούθως και ο κατάλογος από το στρατόπεδο στο Δραγαμέστο Ξηρομέρου τον Σεπτέμβριο του 1825 με τους υπ’ αυτόν οπλαρχηγούς και τους άνδρες που διοικούσε ο Αρχηγός Αρμάτων Ξηρομέρου , Γεώργιος Καραϊσκάκης. Διακρίνονται στον κατάλογο οι οπλαρχηγοί: Γιώργος Μαλάμος (13 άνδρες), Γεώργιος Δράκος (15 άνδρες), Θοδωρής Κ. Μαγγίνας (94), Αναγνώστης Καραγιάννης (308), Γεώργιος Τσόγκας (498), Δημήτρης Παλιογιάννης (30), Αναγνώστης Μόστρας (8), Κουτρούπης Κουρμέτζας (20), Γεώργιος. Κ. Βελής (18), Γιαννάκης Ράγκος (218), Ανδρίτζος Σαφάκας (300), Δήμο Τσέλιος (62), Δημήτρης Γεροθανάσης (28), Θανάσης Χατζόπουλος (12), Γιαννάκης Στάικος (60), Ανδρέας Γριβογιώργος (30), Μήτσος Κοντογιάννης (150), Ανδρέας Ίσκος (72), Κώστας Σαδήμας (100), Φώτης και Αποστολάκης Κουσουρής (25), Κώστας Βλαχόπουλος (20), Σωτήρης Κοτζαμάνης (20), Γαλάνης Μεγαπάνου (50). Ήτοι σύνολο 2.691 στρατιώτες στο στρατόπεδο. [ ΓΑΚ: Πολέμου , φάκ. 151 (168)] .
Κατάλογος οπλαρχηγών υπό τον Καραϊσκάκη ευρισκόμενοι τον Σεπτέμβριο του 1825 στο στρατόπεδο του Προφήτη Ηλία στο Δραγαμέστο (Αστακός) Ξηρομέρου αποτελούμενο συνολικά από 2.691 άνδρες. [ ΓΑΚ : Πολέμ. φάκ. 151 (168)]
Πράγματι τόσον ο Γεώργιος Τσόγκας που ήταν Αρχηγός Φρουράς του Μεσολογγίου, Σωματάρχης !!!, όσο και ο Γιαννάκης Ράγκος, λιποτάκτησαν αμφότεροι και έφυγαν από το Μεσολόγγι αρχές Ιουλίου του 1825. [Ελληνικά Χρονικά, φύλ. 54/1825, σελ. 4, Ενθυμ. Κασομούλη, τόμ. Β′, σελ. 70, Βλαχογ.Εκτελεστ.φάκ. 15(101)]. Αυτά τα εθνοζήμια φερσίματα των Ράγκο-Τζογκαίων εκθέτουν οι έξω του Μεσολογγίου οπλαρχηγοί στην παρακάτω αναφορά τους προς την κεντρική Διοίκηση, λέγοντας μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα:
«… Ημείς κατά τας διαταγάς της Σεβαστής Διοικήσεως ήλθομεν εις Βάλτον και Ξηρόμερον με όλους τους αδελφούς μας οπλαρχηγούς διά να ενωθώμεν και με τους εκεί στρατηγούς Τσόγκαν και Ράγκον, διά να πιάσωμεν τας θέσεις όπισθεν του εχθρού και να ημπορέσωμεν να κόψωμεν τας τροφάς του… Φθάσαντες λοιπόν εδώ εγράψαμεν και των προρρηθέντων στρατηγών Τσόγκα και Ράγκου διά την ένωσίν μας και με χιλίους τρόπους ημπορέσαμεν μόνον να τους ανταμώσωμεν. Ήλθον και από το Μεσολόγγι εν μέλος της Επιτροπής, ο κ. Θέμελης και οι στρατηγοί κ. Γεωργάκης Βαλτινός, Αθανάσιος Ραζηκότσικας και άλλοι δύο αξιωματικοί της Σεβαστής Διοικήσεως, εν οις ήτον δύο αρχηγοί των ναυτικών, διά να ημπορέσουν να διορθώσουν την ένωσιν ταύτην. Λοιπόν με όλα όσα τους είπον και τους είπομεν, όλα εις μάτην. Δεν ημπορέσαμεν να κατορθώσωμεν τίποτες. Τούτων γενομένων οι μεν αδελφοί υπέστρεψαν εις Μεσολόγγι, οι δε στρατηγοί Τζιόγκας και Ράγκος ανεχώρησαν.
Που υπάγουν είδησιν δεν έχομεν. Τα καμώματα και τα φερσίματά τους, τα οποία πληροφορείται η Σεβαστή Διοίκησις εις πλάτος από την Επιτροπήν και από τους εν Μεσολογγίω αδελφούς μας Στρατηγούς διά γραμμάτων… Προσέτι ζητήσαντες και βοήθειαν εξ ημών οι εν Μεσολογγίω αδελφοί, τους εστείλαμεν τον στρατηγόν Κώσταν Σαδήμαν και αντιστρατήγους Χριστόδουλον Χατζηπέτρου και Βασίλην Πάτζην και μέρος από το σώμα του κ. Ευαγγέλη Μήτσου Κοντογιάννη, όπου έγινε μια ποσότης στρατιωτών 300. Τους εστείλαμεν αυτούς εις βοήθειαν των πολιορκουμένων και πάντα καταγινόμεθα διά την ελευθερίαν της πατρίδας. Μένομεν με το βαθύτατον και προσήκον σέβας.
Τη 14 Σεπτεμβρίου 1825
εκ του εν Ακαρνανία Στρατοπέδου (Δραγαμέστο)
Οι ευπειθείς και πρόθυμοι
Καραϊσκάκης, Ανδρίτζος Σαφάκας, Ευαγγέλης Μ. Κοντογιάννης, Ζαχαράκης Γιολδάσης, Γεώργιος Πεσλής, Χρήστος Μακρής ».
[ ΓΑΚ: Βλαχογ. Εκτελ. φάκ.15 (100)]
Αλλά και οι μέσα στο Μεσολόγγι, οπλαρχηγοί όπως οι Νότης Μπότζαρης, Κίτζος Τζαβέλας, Γιωργάκης Κίτσιος, Χρήστος Φωτομάρας, Λάμπρος Βέικος, Γεώργιος Βαλτινός, να τι αναφέρουν στις 16 Σεπτεμβρίου 1825 με επιστολή τους, απευθυνόμενη προς την κεντρική Διοίκηση, για τα φερσίματα των Τσόγκα και Ράγκου, αλλά και για τη λιποταξία τους από μέσα από το Μεσολόγγι, στις αρχές του Ιουλίου 1825:
«… Ημείς όλοι λοιπόν αναφέρομεν δεινοπαθώς εις την Σεβαστήν Διοίκησιν ότι τα μνήματα και τα αίματα των καθ’ ημέρα φονευμένων ενταύθα αδελφών μας βοούν ενώπιον φυγής των εις καιρόν απελπισίας εκινδύνευσαν το Μεσολόγγι, επρόδωσαν τους αδελφούς των στρατιώτας των, εντρόπιασαν τους βαθμούς της στρατηγίας των και εκόντευσαν να μηδενίσουν το Έθνος με τα κακά φερσίματά τους και να μας φέρουν και όνειδος αιώνων και ανεξάλειπτον. Και δεν έφθασε το κακόν έως εδώ. Αλλά αφού τότε ως λαγοί ετρύπωσαν, εξετρύπωσαν τώρα ως αλώπεκες και με συνηθισμένας των πανουργίας διήγειρον φατρίας, έφερον ταραχάς εις όλην την Δυτικήν Ελλάδα ζητούντες να εύγουν και με το παραπάνω, αθετούντες και εθνικά συμφέροντα και διαταγάς Σεβαστής Διοικήσεως και όλων ημών και της Πατρίδος την φωνήν, κατά των οποίων ημείς αγανακτήσαντες τους απεκηρύξαμεν από την αδελφοσύνην μας πρώτον και δεύτερον από κάθε σχέσιν προς ημάς και προς την Πατρίδα. Επειδή όμως ένας είναι δόλιος και πολυμήχανος, υποπτεύομεν μήπως τα δίκτυα του Ράγκου και η παρουσία του προαποσταλθέντος αυτόθι Αναγνώστου Καραγιάννη εξαπατήσουν την ιδίαν Διοίκησιν (μ’ όλον ότι δεν αγνοεί τον χαρακτήρα τους και εφετινά φερσίματά τους) και διά τούτο παρακαλούμε την Σεβαστήν ημών Διοίκησιν, αν δεν αγαπά να μας αδικήση, να μη δώση πίστιν εις τα λεγόμενα και γραφόμενα, τόσον του Αναγνώστου Καραγιάννη, όσον και των Τσόγκα και Ράγκου, διότι ο μεν ένας ως φατριαστής και ταραχοποιός (εννοεί τον Αναγνώστη Καραγιάννη), οι δε άλλοι ως λιποτάκται και προδοσίας ένοχοι ». [ ΓΑΚ : Βλαχογ. Εκτελ. φάκ. 15 (101) ].
Παρόμοια συναντίληψη για τους Γιαννάκη Ράγκο και Γεώργιο Τσόγκα είχε και η Διευθύνουσα τα του Μεσολογγίου Επιτροπή στο Μεσολόγγι, η οποία στις 17 Σεπτεμβρίου 1825, σε τετρασέλιδη επιστολή της αναφέρει μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα.
«… η Επιτροπή έστειλε και διακήρυξιν εις Κάλαμον διά να παρακινηθούν οι εκείσε καταφυγόντες Ακαρνάνες και λοιποί να τρέξουν να τους ακολουθήσουν έως ου φθάσει ο στρατηγός Καραϊσκάκης διά να ενωθή με αυτούς. Σιμά τούτων έδραμε και θαλασσινή δύναμις διά να υποστηρίζη το κατά δύναμιν τα επιχειρήματά του. Η Επιτροπή με έναν λόγον τους εχορήγησεν όλα τα μέσα με τα οποία και την κηλίδα του σώματός των να εξαλείψουν και την Πατρίδα να ωφελήσουν. Αλλ’ αυτοί μόλις ήκουσαν τον στρατηγόν Καραϊσκάκη προχωρούντα εις το Ξηρόμερον, ευθύς έγιναν άλλοι εξ άλλων και έφεραν το πράγμα εις βαθμόν ώστε να ματαιωθούν όλα τα κατά του εχθρού σωτήρια σχέδια της Σεβαστής Διοικήσεως».
Παρόλο που ήρθαν στο Ξηρόμερο μια επταμελής Επιτροπή με σκοπό να συμφιλιώσουν τα τεκταινόμενα, αποτελούμενη από τους Δημήτριο Θέμελη, Γεώργιο Βαλτινό, Θανάση Ραζηκότσικα, τους πλοιάρχους Αναγνώστη Γεωργίου (Σπέτσες), Ιωάννη Βατζαξή (Ύδρα) και παρόλο που έδωσαν όρκο πίστεως (Τσόγκας και Ράγκος) να θάψουν στα βάθη της γης τα πάθη τους και άλλο πάθος να μην έχουν παρά το του κοινού καλού, η συμφιλίωση αυτή δεν έγινε από το μέρος των στρατηγών Τσόγκα και Ράγκου, παρά φαινομενικά και με σκοπό βέβαια να χωθούν βαθύτερα οι ρίζες της έχθρας και της διχόνοιας. Και συνεχίζει η επιστολή της τα του Μεσολογγίου Διευθύνουσας Επιτροπής, να λέει και τα παρακάτω:
« Μετά την φαινομένην δε ταύτην διαλλαγήν, ανεγνώσθησαν αι προς τον στρατηγό Καραϊσκάκη διαταγαί της Σεβαστής Διοικήσεως, με τας οποίας διωρίσθη αρχηγός του κατά την Δυτική Ελλάδα στρατοπέδου. Αύτη η ανάγνωσις ερέθισε τα μέγιστα τους στρατηγούς Τσόγκαν και Ράγκον, οι οποίοι εις την μέθην του θυμού των έφθασαν να ειπούν ότι η Σεβαστή Διοίκησις, πριν δώση παροιμίας διαταγάς, εχρεώστει να συμβουλευθή αυτούς και ότι αν είχαν προυπάρχουσαν περί τούτου είδησιν, δεν ήθελεν στέρξει, ποτέ να ανταμωθούν με τον στρατηγόν Καραϊσκάκην, εξεμέσαντες περί πλέον τα εξ αμάξης και κατά της Σεβαστής Διοικήσεως και κατά της Επιτροπής…».[ ΓΑΚ: Βλαχογ. Εκτελ. φάκ. 15 (107)].
Και αντί να έλθουν οι Τσόγκας και Ράγκος με τα στρατιωτικά τους σώματα, να ενωθούν με τον Καραϊσκάκη στο Δραγαμέστο Ξηρομέρου ή να συναγωνιστούν σύμφωνα με τη γενναιότητά τους και μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς προς τον εξολοθρεμό του εχθρού, όπως με όρκο είχαν υποσχεθεί, ακούγοντας μόνον τα πάθη τους, πήραν τον δρόμο της εκδικήσεως, αδιαφορούντες για τα χρέη τους προς την Πατρίδα. Παρόλα αυτά, ο Καραϊσκάκης, αν και αρχηγός Αρμάτων στο Ξηρόμερο και εν γένει στην Ακαρνανία που έμενε στο στρατόπεδο του Δραγαμέστου με τους συν αυτώ οπλαρχηγούς, δεν έλειψε να γράψει και πάλι προς τους Τσόγκα και Ράγκο για τη συμφιλίωση και την ένωσή τους, μας αναφέρει στην επιστολή της, η τα του Μεσολογγίου Διευθύνουσα Επιτροπή.
Αλλά ας παρακολουθήσουμε τις νυχτομαχίες και μάχες του αοίδιμου Καραΐσκάκη στη Δυτική Ελλάδα το 1825 και ας αφήσουμε τις έριδες των Τσογκοραγκαίων για την ιστορία, η οποία και τους έκρινε αναλόγως, σε σχέση με τον πολέμαρχο δαφνοφόρο και τροπαιοφόρο, αλλά και πανελληνίως αγαπητό Γεώργιο Καραϊσκάκη. Από μια άλλη επιστολή που υπογράφεται στις 12 Σεπτεμβρίου 1825 από τους Καραΐσκάκη, Δημοτσέλιο, Ανδρίτζο Σαφάκα, Βαγγέλη Μ. Κοντογιάννη, Ζαχαράκη Γιολδάση, Γεώργιο Πεσλή και Χρήστο Μακρή (Βλαχογ. Πολ. φάκ. 31), διαπιστώνεται ότι μετά τη νυχτομαχία στον Μαχαλά Ξηρομέρου (28 Αυγούστου 1825), αρχίζουν και άλλες νυχτομαχίες, συμπλοκές και μάχες που διεξήγαγε ο Καραϊσκάκης, χτυπώντας τον εχθρό από τα όπισθεν που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι, δημιουργώντας του έτσι μεγάλα προβλήματα. Ιδού και η περί ης ο λόγος επιστολή της οποίας μαθαίνουμε, αυτή τη φορά, για συμπλοκές στις 6 Σεπτεμβρίου 1825 στη Μάνινα (Παλιομάνινα) Ξηρομέρου, του Καραϊσκάκη με τουρκικό καραβάνι εφοδιασμού του Κιουταχή που ως γνωστόν, τότε, πολιορκούσε το Μεσολόγγι.
«Σεβαστή Επιτροπή και Γενναιότατοι αδελφοί.
Ημείς αντίπαλον ακαταμάχητον δείξαντες κατά του εχθρού αρχήθεν την αδελφικήν μας ένωσιν και σύμπνοιαν εις τα συμφέροντα της Πατρίδος, άμα οπού εφθάσαμεν εις το Ξηρόμερον, εζητήσαμεν επιμόνως πρώτον και κυριώτατον την συσσωμάτωσιν μετά των εδώ προδιατριβόντων στρατηγών Γεωργίου Τσόγκα και Γιαννάκη Ράγκου, διά το οποίον ειδοποιούντες μάλιστα την Σεβαστήν Επιτροπήν και την Γενναιότητά σας, εκζητήσαμεν την συμβολήν, την συνδρομήν και διόρθωσιν των πραγμάτων εκ μέρους σας. Βλέποντες δε την άργηταν της αποκρίσεώς σας και των απεσταλμένων μας, εκάμαμεν ενωμένοι όλοι μας εν γενικόν κίνημα κατά την Παλιομάϊναν (Μάνινα – Παλιομάνινα) διά να πάρωμεν το καραβάνι οπού επερνούσε με τον ζαερέν (τρόφιμα). Και ούτω κινήσαντες εις τας εξ του τρέχοντος (6 Σεπτ. 1825) εφθάσαμεν εις τον διωρισμένον τόπον, όθεν έμελλον να περάσουν οι καμήλες και ελημεριάσαμεν. Την δε εβδόμην του τρέχοντος μανθάνομεν ότι κατά κοινήν σας απόφασιν απεστάλθη προς αντάμωσίν μας μια εξοχογενής ευγενής Επιτροπή, ήτις μας έγραψεν αμέσως οπού έφθασε περί της αναγκαίας ανταμώσεώς μας. Ημείς δε πολεμήσαντες εις τας 8 Τρίτη βράδυ, επεστρέψαμεν εις την Σκάλαν Δραγαμέστου και ανταμώθημεν ευθύς εις τας 9. Συνελθόντες όλοι μας μέσα εις τα καράβια, άρχισεν η περί ομονοίας και ενώσεως σφικτής ομιλίας, πρώτον από τον εξοχώτατον κ. Θέμελην και έπειτα από τους άλλους αδελφούς και αντιναυάρχους τακτικού και με ζήλον. Ευγάλαμεν και ημείς τα ιδικά μας εις το μεϊντάνι ενώπιον αφιλοπροσώπων και σεβασμίων ανδρών, διά να γνωρισθή το ίσον από το στραβόν και να διορθωθή. Ούτω λοιπόν μετά δύο ημερών λογοτριβάς και ομιλίας διαφόρους ίσασαν τα πράγματα και αδελφώθημεν εις το φανερόν και απεφασίσαμεν ημείς μεν κατά των έξωθεν εχθρών κίνημα, οι δε απεσταλμένοι σεβάσμιοι αδελφοί μας αίσιον επιστροφήν εις τα αυτόθι. Αιφνιδίως δε, λαβόντες γράμματα παρ’ υμών διά να εμβάσωμεν μίαν δύναμιν στρατιωτικήν, εκοινοποιήσαμεν το πράγμα επί της συνελεύσεως στρατιωτικής, και βλέπομεν ότι οι στρατιώτες δεν έκλιναν να έμβουν. Ομοίως και κάθε άλλος διά να αποφασίση εύρισκε προφάσεις εν αμαρτίαις, και τέλος πάντων τίποτε δεν εγίνετο. Τότε, βλέπον τα πράγματα ταύτα το μέλος της Επιτροπής, εφώναξε παρρησία λέγον: Η Διοίκησις πληρώνει, θρέφει, τιμά με βαθμούς στρατεύματα και αρχηγούς διά να τους έχη υπηκόους εις τας διαταγάς της και εις την δούλευσιν της Πατρίδος. Και εγώ, τι είναι τούτο οπού βλέπω; Λοιπόν από την σήμερον και εις το εξής δεν είναι της Διοικήσεως όποιος δεν ακούει τας διαταγάς της, και επομένως δεν έχει ούτε ψωμί ούτε φουσέκια, ούτε παρά. Τότε παρόντων όλων, λέγει ο Καραϊσκάκης. Βλέπω ότι και το έξω και το μέσα πάγεμα κατήντησεν εις εμέ και έχω μεγάλην ευχαρίστησιν οπού ήλθε το πράγμα έτζι, διά να ξεχωρίση η ήρα από το σιτάρι. Εγώ είμαι διά το Μεσολόγγι και όποιος αγαπά Θεόν και Πατρίδα και εμέ, τράβα το Μπαϊράκι, Μπαϊραχτάρη, μέσα εις τα καράβια, και ας έλθη μαζί μου εις Μεσολόγγι. Και τούτο ειπόντος αυτού, αμέσως άρχισαν να εμβαρκάρουν και τα σώματά του. Τούτο βλέποντες οι άλλοι στρατιώτες και αρχηγοί ώρμησαν μικροί και μεγάλοι να έμβουν εις τα καράβια υπέρ τας δύο χιλιάδας. Οι δε στρατηγοί Τζόγκας και Ράγκος, τούτων γενομένων, άρχισαν να ζητούν τροφάς και πολεμοφόδια του κυρίου Θέμελη διά το Λεσίνι, όστις τους απεκρίθη ότι επειδή αι διαταγές της Διοικήσεως δεν ακούονται, όχι μόνον δεν δίδω τίποτε κανενός, αλλά και όσαι τροφαί και πολεμοφόδια ευρίσκονται εδώ, θα τα πάρω πίσω εις το Μεσολόγγι,να τα δώσω εκείνων οπού είναι στρατιώται και μάχονται. Ούτως ο μεν Τζόγκας και Ράγκος ανεχώρησαν και υπήγαν εις την δουλειάν τους, οι δε άλλοι οπλαρχηγοί συνελθόντες εύρον ολεθριώτατον διά τας έξω επαρχίας τον ερχομόν του στρατηγού Καραΐσκάκη εις Μεσολόγγι. Και διά να διορθωθή και το εν και το άλλο μέρος, εδιωρίσθη από κοινήν τους γνώμην και ευχαρίστησιν να έλθουν μέσα (στο Μεσολόγγι) ο Κώστας Σιαδήμας, Βασίλης Πάτζης και Χριστόδουλος Χατζηπέτρου. Το δε στρατόπεδον μένει έξω διά να εξακολουθήση το έργον του, ως και πρότερον υπό την οδηγίαν του στρατηγού Καραΐσκάκη, ως ήτον.Ταύτα εστάθησαν τα εδώ διατρέξαντα, Αδελφοί και τοιαύτην τάξιν έλαβον. Επιστρέφουν λοιπόν αισίως οι απεσταλμένοι σας αδελφοί μας, από τους οποίους πληροφορείσθε και στοματικώς καλύτερα. Ημείς δε επευχόμεθα θεόθεν αίσιον και ταχείαν την αντάμωσίν μας.
Μένομεν εν αδελφική αγάπη και υπολήψει. Τη 12 Σεπτεμβρίου 1825, Σκάλα Δραγαμέστου .
Οι αδελφοί σας
Καραϊσκάκης, Δημοτζέλιος,, Ανδρίτζο Σαφάκας, Ευαγγέλης Μ. Κοντογιάννης, Ζαχαράκης Γιολδάσης, Γεώργιος Πεσλής, Χρήστος Μακρής». [ ΓΑΚ : Βλαχογ. Πολέμ. φάκ. 31 (36)]
Η μάχη στη Μάνινα (Μάϊνα) Ξηρομέρου που διεξήχθη από τον Καραΐσκάκη στις 6 Σεπτεμβρίου 1825. [ ΓΑΚ : Βλαχογ. Πολέμ. φάκ. 31 (36)]
Η μάχη στον Καρβασαρά
Από Σεπτέμβριο του 1825 και στο εξής, ο Καραϊσκάκης δραστηριοποιείται αποφασιστικά και δαφνοστεφανώνεται με τις μάχες που διεξήγαγε στη Μάνινα (6 Σεπτεμβρίου 1825), στον Καρβασαρά (Αμφιλοχία 28 Σεπτεμβίου 1825), στο Ρίβιο (1 Νοεμβρίου 1825), στη Ρίγανη Ξηρομέρου (2 Νοεμβρίου 1825) και στο Λικοδόντι-Βασιλόπουλο Ξηρομέρου αρχές Δεκεμβρίου του 1825. Πέντε ημέρες μετά τη μάχη στον Καρβασαρά, οι εναπομείναντες πιστοί οπλαρχηγοί στον Καραϊσκάκη ανήγγειλαν τη λαμπρή νίκη τους, της οποίας το κείμενο, κατά τα Ελληνικά Χρονικά και τον Βλαχογιάννη , έχει ως ακολούθως [ Ελληνικά Χρονικά, φύλ. 79/3 Οκτωβ. 1825, σελ.1, ΓΑΚ. Βλαχογιαννη, Αλληλ. Φρουράς Μεσολογγίου , φάκ. 245 (66) ].
Επιστολή Καραϊσκάκη προς την Επιτροπή Μεσολογγίου, στην οποία αναφέρει στις 25 Σεπτεμβρίου 1825 για την προγραμματισμένη του εκστρατεία προς τον Καρβασαρά. [ Βλαχογ. Αλληλ. Φρουράς Μεσολογγίου, φάκ. 245 (66)]
«Σεβαστή Επιτροπή, Ελάβαμεν το Γράμμα σας από τον Καπετάν Ανδρέαν οπού μας έφερε το αλέως. Ωμιλήσαμεν και διά στόματος. Στείλετε από αυτού τα αρμαμέντα μιαν ώραν πρωτύτερα. Τώρα οπού είναι ο καιρός αρμόδιος και ημείς αύριον Σαββάτον εκστρατεύομεν όλοι μας από εδώ για Καρβασαράν, να βαρέσωμεν Τούρκους, Καμήλες. Ακόμη εχθές εσκέφθημεν όλοι μας, επειδή κι χρειάζεται ακόμη ασκέρι σε τούτο το ορδί, ερρίξαμεν αναλόγως από όλα τα Σώματα όσοι ευρισκόμενοι εδώ, και εστείλαμεν να φέρωμεν 2.000 στρατιώτες, και πρέπει η Σεβαστή Επιτροπή να πάρη τα αναγκαία μέτρα να μας προμηθεύση από τροφάς. Το αλέως έως την Δευτέρα τελειώνει εις τούτην την χοσάδα, και να μας στείλετε, και εν τούτω Μένομεν.
Τη 25 Σεπτεμβρίου 1825
εκ του Δραγαμέστου Ελληνικού Στρατοπέδου
Οι πρόθυμοι πατριώτες
Καραϊσκάκης , Ανδρίτζος Σαφάκας , Ευαγγέλης Μήτσου Κοντογιάννης , Δήμο Τζέλιος , Γεώργιος Πεσλής , Χρήστος Μακρής , Ζαχαράκης Γιολδάσης ».
Η μάχη του Καρβασαρά (Αμφιλοχία) στις 28 Σεπτεμβρίου 1825, όπως διασώθηκε σε πρωτογενείς αρχειακές πηγές των ΓΑΚ και υπογράφεται στις 30 Σεπτεμβρίου 1825 από τον Καραϊσκάκη στο στρατόπεδο του Ξηρομέρου στο Δραγαμέστο (Αστακός), μαζί με τους συν αυτώ συμμετέχοντες στη μάχη Δυτικοελλαδίτες οπλαρχηγούς : Ανδρίτσο Σαφάκα, Βαγγέλη Μ. Κοντογιάννη, Ζαχαράκη Γιολδάση, Δήμο Τσέλιο, Γεώργιο Πεσλή και Χρήστο Μακρή. Η επιστολή αυτή πρωτοδημοσιεύεται αυτούσια και ερμηνεύεται αυτολεξεί, για πρώτη φορά μόνον, από τον γράφοντα το παρόν πόνημα, Νικόλαο Θεοδ. Μήτση. [ΓΑΚ : Βλαχογ. Πολέμου, φάκ. 31, έγγραφο 126 (λήψη 254)].
«Σεβαστή Επιτροπή, Γενναιότατοι αδελφοί Στρατηγοί και λοιποί αξιωματικοί εκάστης Τάξεως και βαθμού, Σας ασπαζόμεθα αδελφικώς.
Τα όσα κινήματα και πολέμους εκάμαμεν εναντίον του εχθρού, δεν ελλείψαμεν να Σας ειδοποιήσωμεν. Λοιπόν, και τώρα χρέος μας απαραίτητον είναι να Σας φανερώσωμεν εις τας 28 και ήδη τελειούντος Σεπτεμβρίου εις τας 4 ώρας της νυκτός, επήγαμεν και επλακώσαμεν τους εχθρούς όπου ήτον εις Καρβασαράν και Μαγαζιά και τους εδώσαμεν ένα κτύπον φρικτόν, οπού τους εξεπλύναμεν. Τέτοιον πόλεμον έκαμαν οι Έλληνες, ως ποτέ ο Λεωνίδας. Επάνω εις αυτόν τον πόλεμον εσκοτώθηκαν περίπου από τριακοσίους εχθρούς και οι λοιποί οπού έμειναν, ερρίφθησαν ζωντανοί εις το πέλαγος να πνιγούν από τον τρόμον, όπου εδοκίμασαν. Τα καΐκια όπου εκεί ήταν αραγμένα, πράγματα και λοιπά έφυγαν εις φυγήν από τον έναφον και πεισματώδη πόλεμον, όπου εφάνη εις τους εχθρούς. Το Κάστρον το εκυριεύσαμεν και αν είχομεν τζεπτχεντέν (πολεμοφόδια) και τροφάς εκεί έπρεπε να το κρατήσωμεν με εκείνα τα φυσέκια όπου είχαμεν, τα εστρέψαμεν επάνω εις τον πόλεμον, όστις εβάσταξε σχεδόν υπέρ της 4 ώρας. Τα Καμήλια όπου ήτον εκεί εως διακόσια, τα εκατόν τριάντα τα επήραμεν ζωντανά, τα δε λοιπά τα εσκοτώσαμεν όλα. Και αν ορίζετε φιλεύετε ολίγον τι τους Έλληνες, και τα λαμβάνετε αυτά όπως επράξαμεν εδώ. Αλογομούλαρα επήραμεν ογδοήντα άτια, όμως και γιντίτζια τα πλέον εκλεκτά επήραμεν υπέρ τα τριάντα. Και διά να μην πολυλογώμεν, εκείνο το ορδί το εκάμαμεν με την δύναμιν του Θεού Γης Μαδιάμ. Σας λέγομεν τα αληθινά οπού έγιναν από τους βραχίονας των γενναίων Ελλήνων και όχι ψέματα ωσάν τον Ράγκον να πέρνη ένα μουλάρι και να γράφη εκατόν. Δεν εμάθαμεν τοιουτοτρόπως να γράφωμεν. Σήμερον ελθόντες εδώ εμάθαμεν ένα χαμπέρι το οποίον είναι σίγουρον ότι εβγήκαν από τους αυτού εχθρούς υπέρ τας πέντε χιλιάδες εις Γουριάν, και έρχονται επάνω μας διά να μας πολεμήσουν.
Αυτό μαθόντες εχάρημεν ότι ελαφρόνεσθε απ’ αυτού και κάμετε το χρέος σας δυνατώτερα και ως και ολιγωτέρους εχθρούς. Εκάμαμεν την Νυχτομαχίαν αυτήν οπού εκάμαμεν, από τους εδικούς μας εφονεύθη ένας μόνον από το Σώμα του στρατηγού Δήμου Τσέλιου, Μπλατζιούκας ονόματι. Επληγώθηκαν και δύο ένας του κ. Γιολδάση, Μπαζιώτης ονόματι και άλλοι τρεις. Τα όσα Σας γνωρίσαμεν δι’ αυτόν τον πόλεμον οπού εκάμαμεν, ημπορείτε να τα πληροφορηθήτε και από τους ίδιους πολιορκώντας τους εχθρούς καθαρώτερα.
Τη 30 Σεπτεμβρίου 1825, Εκ του εν Ακαρνανία Στρατοπέδου
Οι πρόθυμοι πατριώτες
Καραϊσκάκης, Ανδρίτζος Σαφάκας , Ευαγγέλης Μήτζου Κοντογιάννης, Ζαχαράκης Γιολδάσης , Δήμος Τζέλιος , Γεώργιος Πεσλής , Χρήστος Μακρής ».
Υ.Γ.: Τροφές να μας σταλθούν ογλήγωρον, ότι σήμερον είμεθα Νυστικοί. Ακόμη αν το ευρίσκετε εύλογον, να μας σταλθή ένα καράβι εις φύλαξιν των Μαγαζιών ετούταις ταις ημέραις όπου να ιδώμεν ως τελειώνουν αυτά τα χαμπέρια οπού ακούσαμεν. Ακόμη ημείς ότι επιάσαμεν και το ισάσαμεν, η έξοχος Γενναιότης Σας απ αυτού το χαλάτε. Και αυτό φαίνεται, ότι πάντοτε είμεθα πταίσται ημείς, οπού ακολουθούμεν και ακούομεν τας Διαταγάς της Σεβαστής Διοικήσεως και δουλεύομεν διά το καλόν της πατρίδος. Και εκείνοι, και εκείνοι όπου δεν θέλουν να ηξεύρουν και τους εκεί Διοίκησις, που ακολουθεί τα συμφέροντα και ιντερέσα τους, ευρίσκονται πάντοτε κερδισμένοι.Τέλος πάντων, δεν ηξεύρω εις τούτο το δύστυχον Βελαέτι εις ποίον να προσκυνήσει τον Θεόν ή τον Διάβολον. Ημείς ό,τι πιάνομεν να ισάσωμεν τον κόσμον να δουλεύουν την χριστιανοσύνην, καταφαίνετε απ’ αυτού η έξοχος γενναιότης Σας και τα χαλάτη, στέλνοντας αλεύρι των αντιπατριωτών, διά να τρώγουν, να κάμουν φατρίας στον κόσμον, και όχι άλλο τίποτες. Εις αυτό όπως γνωρίζετε κάμετε, ημάς δότε μας μιαν διαταγήν κατά ποίον μέρος να κάμωμεν και εμείς να κτίζωμεν και απ’ αυτού να το χαλάτε, δεν ημπορούμεν. Και καθώς το εκάματε ας όψεσθε. Μόνον ας κοπιάσουν εκείνοι οπού βοηθούν τους αντιπατριώτας, εδώ έξω να φυλάξουν το ταμπούρι και ημείς ερχόμεθα αυτού μέσα με απόφασιν. Οι ίδιοι ».
[ ΓΑΚ : Βλαχογ. / Πολέμου / φάκ. 31, έγγραφο 126 (λήψη 254)]
Και για την οποία μάχη στον Καρβασαρά, τόσο τα Ελληνικά Χρονικά (φύλ.79/1825, σελ.1) όσο και η εφημερίδα ΓΕΝΙΚΗ (φύλ. 2 / 10 Οκτωβ. 1825), έγραψαν διθυράμβους και την πρόβαλαν δεόντως. Στην πραγματικότητα η μάχη στον Καρβασαρά επρόκειτο για νυχτομαχία (της νύχτας 28 προς 29 Σεπτεμβρίου 1825), περίπου 8ωρη και διήρκησε δύο ώρες πριν τα μεσάνυχτα (20.00 μ.μ.) ως το ξημέρωμα. Ήταν πολύ φθοροποιά για τους εχθρούς και σχεδόν αναίμακτη για τους Έλληνες. Από το μικρό σώμα του Δήμου Τσέλιου, αποτελούμενο από 70 περίπου άνδρες, πλήρωσε αρκετά βαρύ τίμημα, γιατί φονεύθηκε ο γενναίος εκατόνταρχός του Δημήτριος Πλιατσούκας (Γερασίμου ή Μπείρος), καταγόμενος από τον Τρύφου Ξηρομέρου και τραυματίστηκαν αρκετοί στρατιώτες του.
Έτσι, ο Καραϊσκάκης στις 6 Οκτωβρίου 1825 και από το στρατόπεδο της Ακαρνανίας στο Δραγαμέστο, στέλνει επιστολή προς το υπουργείο Πολέμου, με την οποία ζητάει την έτι περισσότερον επιβράβευση του Δήμου Τσέλιου, σύμφωνα με την ακόλουθη επιστολή. Ιδού και η περί ης ο λόγος επιστολή του Καραΐσκάκη προς το υπουργείο Πολέμου, με την οποία ζητούσε την επιβράβευση του Ξηρομερίτη στρατηγού , Δήμου Τσέλιου.
«Προς το Έξοχον Υπουργείον του Πολέμου!
Αναφέρω εις το Έξοχον υπουργείον ότι ο στρατηγός κ. Δήμος Τζέλιος, έχων διαταγήν της Σεβαστής Διοικήσεως διά διακοσίους στρατιώτας, ο καιρός όμως με το να έφερεν ενάντια περιστατικά εις το Έθνος μας, και αυτός άξιος ων και θέλοντας να δουλεύση εις την δούλευσιν της πατρίδος προθυμότερα και καλύτερα, εσύναξεν ακόμη εκατόν στρατιώτας περισσοτέρους από την διαταγήν του, και εδούλευσεν και τους έχει και την σήμερον εις το σώμα του. Παρακαλείται λοιπόν το Έξοχον υπουργείον να παρρησιάση τα άξια δικαιά του προς την Σεβαστήν Διοίκησιν και να συνεργήση να του σταλθή μια διαταγή και διά περισσοτέρους ακόμη. Μένω δε με το οφειλόμενον σέβας.
Τη 6 Οκτωβρίου 1825 Δραγαμέστο, εκ του εν Ακαρνανία στρατοπέδου
Ο ευπειθής πατριώτης Καραϊσκάκης».
[ Πολέμ. φάκ. 141 (79)]
Την ίδια μέρα που ο Καραϊσκάκης ζητούσε από την κυβέρνηση διαταγή, για έγκριση 300 ανδρών στον Δήμο Τσέλιο, οι έξω του Μεσολογγίου οπλαρχηγοί, σε σχετική προς το υπουργείο Πολέμου επιστολή τους, ζητούσαν τους ανάλογους μισθούς και γεμεκλίκια και έξοδα οπού έχουν ξοδευθεί, κατά τους καταλόγους και λογαριασμούς τους, για να κρατήσουν κοντά τους, τους στρατιώτες μέχρι τότε, που είχαν τόσο καιρό στο στρατόπεδο και που δεν είχαν λάβει ούτε έναν παρά. [ Πολέμ. φάκ. 141 (78)] .
Η αναφορά αυτή που υπογράφεται από τους οπλαρχηγούς Γεώργιο Καραϊσκάκη, Ανδρίτσο Σαφάκα, Βαγγέλη Μήτσου Κοντογιάννη, Γεώργιο Πεσλή, Ζαχαράκη Γιολδάση, Χρήστο Μακρή και Δήμο Τσέλιο, μαρτυρεί την ανέχεια του στρατοπέδου του Δραγαμέστου, η οποία όσο περνούσε ο καιρός γινόταν ακόμα προβληματικότερη.
Ο Καραϊσκάκης από το Δραγαμέστο στο Μεσολόγγι
Σε αυτή την απελπιστική κατάσταση που βρισκόταν το στρατόπεδο στο Δραγαμέστο, ο Καραϊσκάκης διέβλεπε ότι έπρεπε να βρεθεί γρήγορα αποτελεσματικότερος τρόπος της αντιμετώπισης του εχθρού. Ζύγιασε τα δεδομένα και στις 26 Οκτωβρίου 1825 εισέρχεται στο Μεσολόγγι και τους προτείνει ένα σχέδιο, το οποίο ο Νικόλαος Κασομούλης το περιγράφει με λεπτομέρεια ως εξής:
« Περί τα τέλη Οκτωβρίου ήλθεν και ο Καραϊσκάκης μέσα να ανταμωθή. Όλοι οι οπλαρχηγοί επήγαν εις επίσκεψίν του. Εβγήκεν έπειτα και επεσκέφθη και αυτός τους προμαχώνας μας και τα χαρακώματα των εχθρών. Απορούσε και ο ίδιος διά την εκ του τόσον πλησίον αγώνος καρτερίαν της φρουράς και δεν εύρισκε λόγους να επαινεί την ανδρεία τους. Την άλλη ημέρα επρόβαλε το σχέδιό του. Λέγει ότι κακώς κοπιάζωμεν, εάν δεν υστερήσωμεν του εχθρού τας φθοράς. Το έξω αγωνιζόμενον στράτευμα, αν και Έλληνες και ανδρείοι και εκείνοι, πλην δεν συνήθισαν να έχουν τόσον πλησίον τον εχθρόν και να τον πολεμούν ούτω νύκτα-ημέρα, εννέα μήνας. Θροφήν βλέπω ότι ούτε εσάς προμηθεύουν τακτικά, καθώς ούτε εμένα, οπού έφερα το στρατόπεδον εις την ακροθαλασσιάν (σημερινός Αστακός Ξηρομέρου). Είναι καλόν, λέγει, να ενώσωμεν τα στρατεύματα. Πλην διά να πλησιάσουν εκείνοι (οι υπό τας διαταγάς μου) τόσον, δεν δύναμαι να τους καταπείσω, μάλιστα με το να είναι ο Τζιόγκας και ο Ράγκος εκεί και να τους κινήσω. Λέγω λοιπόν. Να μου δώσετε 500 της φρουράς σας, να πηγαίνω και εγώ να τραβήξω από τους ιδικούς μου όσους δυνηθώ, 1.000-2.000 και να έλθω διά θαλάσσης ή διά ξηράς να τοποθετηθώ εις την σκάλαν του Αντελικού και στρατοπέδου Κιουταχή. Ο Κιουταχής θροφήν δεν έχει, θα βιασθή να φύγη ή προς Πάτραν ή προς Ναύπακτον. Και ούτως διαλύεται η πολιορκία. Επειδή η Φρουρά του Μεσολογγίου είχε ενδοιασμούς να δώσει 500, ο Καραϊσκάκης παροτρύνει, λέγοντάς τους: Κάμετε, Καπιταναίοι, καθώς σας λέγω, διότι θα μετανοήσετε. Και ο Θεός να μας εβγάλη σε καλό ως το τέλος».
[ Ενθυμήματα, Νικολάου Κασομούλη, τόμ. Β′, σελ. 143]
Δυστυχώς οι οπλαρχηγοί εντός του Μεσολογγίου δεν πείστηκαν και το σχέδιο δεν μπήκε ποτέ σε εφαρμογή, παρά έμεινε στην ιστορία ως ένα περίφημο στρατηγικό επινόημα του Καραϊσκάκη που δεν βρήκε απήχηση.
Μάχες στο Ρίβιο, Ρίγανη και Λικοδόντι
Από το Μεσολόγγι ο Καραϊσκάκης επιστρέφει στο Δραγαμέστο (Αστακός) και αναγκαστικά αρκείται στα καρτέρια και βαρέματα στα περάσματα των εχθρών, όχι μόνον όσων κατέβαιναν με τροφές από την Άρτα-Γιάννενα, αλλά και όσων ανέβαιναν από Μεσολόγγι και τροφοδοτούσαν τους τουρκικούς θύλακες που υπήρχαν στη Γουριά, στην Ποδολοβίτσα και στη Ρίγανη Ξηρομέρου. Παρά τις λίγες και ανεφοδίαστες δυνάμεις τους, ο Καραϊσκάκης, σύμφωνα με τον Σπυρομήλιο που μνημονεύει, ότι στην ενέδρα στη Ρίγανη Ξηρομέρου τους προξένησε μεγάλη φθορά σε ανθρώπους, ζώα και τροφές.
«Ο Καραϊσκάκης εν τοσούτω μετά των λοιπών επέπεσαν δι’ ενέδρας εις την Ρίγανη εις διαβαίνοντας Τούρκους, συνοδεύοντας φορτηγά ζώα με τας τροφάς και έκαμαν σημαντικωτάτην φθοράν εξ αυτών, τόσον εις ανθρώπους καθώς και εις φορτηγά ζώα με θροφάς και δι’ ένδειξιν της νίκης των μας έστειλαν εις το Μεσολόγγιον δύο μεγάλας αρμάθας ωτία (αυτιά) των φονευθέντων Τούρκων». (Απομν. Σπυρομήλιου, σελ. 180).
Αλλά εκεί που κυριολεκτικά οι στρατιώτες του Καραϊσκάκη αφάνισαν τούρκικη εφοδιοπομπή ήταν το Καρτέρι στο Ρίβιο Ξηρομέρου, στις 1 Νοεμβρίου 1825, πολεμώντας κατά των Τούρκων Δελήμπαση και Ταγάρ Αγά. Στη μάχη αυτή σκοτώνεται ο Εκατόνταρχος Γρηγόρης Πράπας από τον Αετό Ξηρομέρου. Επίσης στο Ρίβιο πληγώνεται και ο χιλίαρχος Κώστας Καπογιωργάκης από την Πλαγιά Βονίτσης.
Ιδού και η επιστολή που έστειλε ο Καραϊσκάκης στις 4 Νοεμβρίου 1825 προς τη Διοίκηση και στην οποία αναφέρει λεπτομερώς τη μάχη στο Ρίβιο Ξηρομέρου (Λάσπη).[Βλαχογoγιάννη Εκτελεστικό , φάκ. 16 , Ελληνικά Χρονικά, φύλ. 89 /1825].
.
Η επιστολή του Γεωργίου Καραϊσκάκη προς το υπουργείο Πολέμου στις 6 Οκτωβρίου 1825, με την οποία γνωστοποιούσε προς τη Διοίκηση τη μάχη στο Ρίβιο Ξηρομέρου. [ ΓΑΚ : Βλαχογ. Εκτελ. φάκ. 16 (038)]
«Σεβαστή Επιτροπή, Γενναιότατοι Αδελφοί Στρατηγοί, και λοιποί Αξιωματικοί της Διοικήσεως εκάστης τάξεως και βαθμού, όσοι εις Μεσολόγγιον ευρίσκεσθε, σας ασπαζόμεθα αδελφικώς.
Και σας ειδοποιούμεν ότι εις τας 31 του παρελθόντος εκστρατεύσαμεν διά τους εχθρούς. Επήγαμεν λοιπόν και επιάσαμεν το Δερβένι, ανάμεσα Λάσπην και Ερίβιον και εις την α′ του τρέχοντος απερνούσαν ερχόμενοι οι Τούρκοι, ο Δελήμπασης του Κιουταχή, ο αγιάνης της Σόφιας, Τατάρ αγάς και άλλοι σημαντικοί με εξήντα πέντε καβαλλαραίους και πεζούς. Τους εκτυπήσαμεν λοιπόν έναν κτύπημα ανδρικώτατον, ερρίφθησαν οι Έλληνες με τα μούτρα και με μεγάλην ορμήν επάνω τους και τους εξεπαστρέψαμεν όλους. Από τους εξήντα πέντε όπου ήταν, οι πέντε μόνον εγλύτωσαν, και από τους πέντε πάλιν, τον ένα επήραμεν ζωνταντόν, οι δε εξήντα έμειναν φονευμένοι από τα ελληνικά άρματα. Αδελφοί, τα λάφυρα όπου επήραν οι Έλληνες είναι απερίγραπτα, άρματα ασημένια, ομοίως πάλες μπετούνικες εκλετές, ώρες (ωρολόγια) σχεδόν σαράντα, γούνες, γρόσια μετρητά και άλλα πράγματα αξιόλογα. Το χαράτζι επήγε χίλια τριάντα πουγκιά γρόσια. Άτια φοβερά και γεντίτσια, όλα τα εσκότωσαν οι Έλληνες εις τον ίδιον τόπον. Ζωντανά από αυτά ολίγα επήραμεν. Αυτός ο πόλεμος ανδρείος και θαυμαστός εβάσταξεν υπέρ τας τρεις ώρας. Εις την μάχην ταύτην λοιπόν εφονεύθησαν ιδικοί μας, ένας από το σώμα του Αναστασάκη Μεγαπάνου, ένας από το σώμα του στρατηγού Καραϊσκάκη, ο οποίος δεν έμεινεν εκεί εις τον τόπον, πλην ο θάνατός του είναι σιμά. Επληγώθησαν και τέσσαρες, πρώτος ο χιλίαρχος Καπουγιωργάκης Κώστας, ένας από το σώμα του Φραγκίστα, ένας από το σώμα του Σαδήμα και ένας από το σώμα του ίδιου Κώστα Καπογιωργάκη, ονόματι Νικόλαος Κόπελος, διά τους οποίους παρακαλείται η Σεβαστή Επιτροπή να μας στείλη έναν ιατρόν, κάποιον Γρηγόρην ονομαζόμενον (εννοεί τον ιατροχειρούργο Γληγόρη Ζαβιτσάνο), όστις είναι αυτού με τον Αποστόλη Κουσουρή, επειδή ετούτοι όπου επληγώθησαν είναι άνθρωποι όλοι άξιοι και καλοί και χρήσιμοι εις την δούλευσιν του Έθνους, και πρέπει να σταλή ιατρός διά να ιατρευθούν, ότι εδώ ιατρόν άξιον δεν έχομεν. Προς σημείον της μάχης ταύτης στέλλομεν μερικά αυτία εχθρικά, ότι όλα δεν τα επήραν οι Έλληνες από την βία τους. Προσέτι λάβετε και μερικά γράμματα τουρκικά, και όταν εξηγηθούν, ας έχωμεν και ημείς την είδησιν, τι περιέχουν. Μένομεν με όλον το προσήκον και βαθύ Σέβας.
Τη 4 Νοεμβρίου 1825
Εκ του εν Δραγαμέστω Στρατοπέδου
Οι πρόθυμοι Πατριώται
Καραϊσκάκης, Ευαγγέλης Μ. Κοντογιάννης,
Δήμος Τζέλιος, Γεώργιος Πεσλής».
Άλλο καρτέρι που αναφέρεται και στο οποίο συμμετείχε ο Καραϊσκάκης είναι στο Λικοδόντι – Βασιλόπουλο Ξηρομέρου στα μέσα Δεκεμβρίου 1825, για το οποίο ο Καραϊσκάκης με τον Δήμο Τσέλιο αναφέρουν από τη Δερβέκιστα σε σχετικό έγγραφο με ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1825, τα εξής:
«… Ενώ εγώ έτρεφον εις την γνώμην μου παρόμοια, βλέπω γράμματα της Επιτροπής και των εν Μεσολογγίω στρατηγών, τα οποία με εδιόριζον να απεράσω εις ετούτα τα μέρη (Δερβέκιστα, σημερινή Ανάληψη Τριχωνίδας ) και να ενωθώ με τους από τα Σάλωνα ελθόντας οπλαρχηγούς. Εγώ τους απεκρίθην ότι δεν συμφέρει να αφήσωμεν εκείνο το πόστον (Δραγαμέστο),επειδή επροξενείτο απ’ εκεί μεγάλη βλάβη του εχθρού. Αυτοί και με δεύτερα γράμματα με εβίασαν αποφασιστικώς να σηκωθώ. Λοιπόν και εγώ δεν παρήκουσα και εσηκώθηκα διά εδώ. Ελθόντες έως Λικοδόντι απαντήθημεν με ένα στράτευμα εχθρικόν έως χιλιάδες ιππείς και πεζούς οι οποίοι ήρχοντο επάνω μας διά πόλεμον και αν εχαλούντο, το οποίον και ήθελον πάθει, επειδή το μονα στήρι ήτον δυνατόν, να επιστρέψουν να φύγη και ο Κιουταχής. Λοιπόν, επειδή απαντήθημεν εις τον δρόμον επολεμήσαμεν και απεράσαμεν. Φθάσαντες εδώ ενώθημεν και με τους λοιπούς οπλαρχηγούς. Δεν ήτον όμως αυτό καλό σκέδιον οπού μας εσήκωσαν από το Δραγαμέστον και ετούρκεψαν όλαι αι επαρχίαι. Και εδώ οπού ήλθομεν δεν βλέπω να κάμωμεν κανένα σκέδιον εις βλάβην του εχθρού.
Τούτο μόνον εκατορθώσαμεν, εβάλαμεν μίαν δύναμιν από επτακοσίους στρατιώτας μέσα εις Μεσολόγγι, και όχι κανένα άλλο όφελος. Πόθεν τούτο; Απορώ! Όθεν εγώ στρατηγός της Σεβαστής Διοικήσεως και με το να μην το δέχεται η υπόληψίς μου να κρύψω το δίκαιον και την αλήθειαν, την πληροφορώ αληθώς διά να προφθάση τον κίνδυνον εις τον οποίον ευρίσκεται το δύστυχον Μεσολόγγι και όλη η Δυτική Ελλάς. Και παρακαλώ να σταθούν και εις εμένα τα σιτηρέσια των στρατιωτών μου και τα έξοδα οπού εξόδευσα το απερασμένον καλοκαίρι, διά να εξοικονομήσω την χρείαν των στρατιωτών μου επειδή έχουν τόσον καιρόν οπού δεν έλαβον παράν. Προς τούτοις ειδοποιώ την Σεβαστήν Διοίκησιν ότι η Ρούμελη την σήμερον γυμνώνεται από στρατιώτας, δηλ. φεύγουν οι στρατιώται απ’ εδώ και έρχονται αυτού εις Πελοπόννησον και ημείς επιθυμούμεν να είναι άνθρωποι ακόμη και μάλιστα στρατιώται εδώ και όχι να φεύγουν. Και εις αυτό παρακαλώ την Σεβαστήν Διοίκησιν να γίνη μια διόρθωσις. Και ημείς μένομεν με το προσήκον και βαθύ σέβας ».
[ΓΑΚ : Βλαχογιάννη. Αρχ. Καραϊσκάκη, Στ 4, αριθ. 1467]
Ερειπωμένο αρχοντικό στον ακατοίκητο από το 1955 Δραγαμέστο Ξηρομέρου.(φωτο, διαδύκτιο)
Μέσα του Δεκεμβρίου του 1825, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης αναχώρησε, όπως είδαμε πιο πάνω και μάλιστα εντελλόμενος δύο φορές, να φύγει από το Δραγαμέστο (Αστακός) που στρατοπέδευε από τον Αύγουστο του 1825 και να εγκατασταθεί στη Δερβέκιστα (Ανάληψη) Τριχωνίδας, ώστε να ενισχύσει το εκεί στρατόπεδο προς αντιπερισπασμό των Τούρκων που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι.
Φθάνουν στη Δερβέκιστα (σημερινή Ανάληψη Τριχωνίδας) κοντά στα Χριστούγεννα του 1825. Και η κατάσταση και σ’ αυτό το στρατόπεδο ήταν τραγικότερη απ’ ό,τι στο Δραγαμέστο. Δεν είχαν να φορέσουν οι στρατιώτες ούτε τσαρούχια και ήταν πεινασμένοι και ρακένδυτοι από τις κακουχίες και τις ανέχειες, σύμφωνα με την επιστολή των παρακάτω εννέα στρατηγών που απευθύνονταν προς την κεντρική Διοίκηση στο Ναύπλιο, η οποία δυστυχώς ήταν εκτός πραγματικότητας, αλλά δεν άκουγε καν και τις αγνές και πατριωτικές φωνές – προτάσεις – παραινέσεις εννέα στρατηγών με προεξάρχοντα αυτών, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη.
Ιδού και η επιστολή των στρατηγών στις 28 Δεκ. 1825, απευθυνόμενη προς την κεντρική Διοίκηση.
Επιστολή προς τη κεντρική Διοίκηση της Ελλάδος, η οποία υπογράφεται στις 28 Δεκεμβρίου 1825 στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας από τους στρατηγούς: Γιαννάκη Γιολδάση, Γεώργιο Καραϊσκάκη, Δήμο Σκαλτσά, Ανδρίτσο Σιαφάκα, Δήμο Τσέλιο, Γιαννάκη Στάικο, Χρήστο Μακρή, Γεώργιο Πεσλή και Νικόλαο Τζαβέλα, οι οποίοι και διεκτραγωδούν προς τη Διοίκηση την υφιστάμενη κατάσταση του στρατοπέδου. [ΓΑΚ: Βλαχογ. Εκτελ. φάκ. 16 (260)]
«Σεβαστή Διοίκησις.
Επειδή και είδομεν τον μέγιστον κίνδυνον του Μεσολογγίου οπού είναι εις την τελευταίαν στιγμήν, όλοι επροθυμοποιήθημεν με πατριωτικά αισθήματα και ετρέξαμεν εις βοήθειαν των εκεί συναδέλφων μας στρατηγών πολιορκουμένων, να τους διεσώσωμεν με ότι τρόπον εγνωρίζαμεν. Αφ’ ου εφθάσαμεν έως εδώ στην Δερβέκιστα, ευρέθημεν πολλά υστερημένοι από έλλειψιν τροφών και όλων των αναγκαίων, ώστε οι στρατιώτες τούς υπό την οδηγίαν μας επέρασαν όλο με λάχανα και με πενήντα δράμια αλεύρι εις τρεις ημέρας να θεραπεύσουν την πείνα τους. Μερικές τροφές οπού εστάλθησαν από τα αυτόσε και μερικές που ερίφθησαν με έρανον εις τους δυστυχείς κατοίκους τούτων των επαρχιών, είναι αδύνατον να το περιγράψωμεν τα όσα εκεί εδοκίμασαν οι δυστυχείς κάτοικοι, έως να μετακομίσουν και να μας έλθουν μερικαί τροφές με τα ζώα τους από Βιδήβα έως εδώ, ώστε από τον υπερβολικόν χειμώνα, εψώφησαν όλα τα ζώα τους εις τον δρόμον των δυστυχισμένων, το επέρασμα των υψηλότερων βουνών να υποφέρουν, τα απεράσματα οπού είναι δύσκολα των ποταμών, το μακρινόν διάστημα.
Περί τούτο ας συμπεράνη η Σεβαστή Διοίκησις, πόσον δύσκολον είναι, ώστε είναι αδύνατον να εξοικονομηθεί στρατόπεδον από ένα τοιούτο μακρυνόν διάστημα εις το μέσον του χειμώνα, αφού εδώ μεν δύσκολον να κατορθωθεί και να μας έρχονται αι αναγκαίαι τροφές να μας προφθάσουν, δεν γνωρίζομεν να κάμωμεν δουλειάν διά να βγάλωμεν τον εχθρόν με ότι τρόπον εγνωρίζομεν. Από άλλο μέρος μας έστειλαν όλοι οι οπλαρχηγοί οι ευρισκόμενοι εις Μεσολόγγιον τους στρατηγούς Δημήτριον Μακρή και Χρήστο Φωτομάρα, ζητώντας στρατιωτικήν δύναμιν αρκετήν να εμβή μέσα εις Μεσολόγγιον, διά περισσοτέραν ασφάλειαν της πόλεως. Ταύτα αφού είδομεν εις ημάς τον κίνδυνον αυτόν οπού επαπιλεί όλον το έθνος, απεφασίσαμεν και εστείλαμεν επτακοσίους στρατιώτας αναλόγως ο καθείς των σωμάτων του, πληρώνοντάς τους εξ ιδίων μας μίαν χρηματικήν ποσότητα αρκετήν του καθ’ ενός στρατιώτη διά να εμβάσωμεν μέσα, εάν μας βοηθήσει ο Θεός να ημπορέσωμεν να φυλάξωμεν αυτά τα τείχη του Μεσολογγίου οπού αυτού κρέμεται η σωτηρία της Ελλάδος.
Σεβαστή Διοίκησις το στρατόπεδον έφθασεν εις μεγάλην ένδειαν. Μήτε τσαρούχια έχουν εις τους πόδας των, μήτε ενδύματα να φορέσουν και μας ζητούν με ανυπομονησίαν τους μισθούς των, διά να θεραπεύσουν την γύμνιαν τους, ότι δουλεύουν τόσον καιρόν χωρίς να λάβουν τη δουλειά τους και εσκοτώθησαν και καθημερινώς καταφρονούν τον θάνατον διά να σωθή η πατρίς από τους τυράννους της και να μην απολαμβάνουν την δουλειάν τους και τον κόπο τους, πράγμα σχεδόν πολλά άδικον τους γίνεται, ώστε εις κανένα έθνος δεν εστάθη ποτέ. Και σκλάβοι να ήταν εις έναν αυθέντη τύραννον, ήθηλε λάβει συμπάθειαν και ευσπλαχνίαν και να τους πέψη ένα ένδυμα. Περί τούτοις, σήμερον μανθάνωμεν από έναν Χριστιανόν αιχμάλωτον οπού έφυγεν από το εχθρικόν στρατόπεδον του Μεσολογγίου, μας διηγήθη ότι ο Ιμπραήμ πασάς όλας του τας δυνάμεις τας επέρασεν σε τούτο το μέρος, βόμβας και άλλα πυροβολικά μηχανήματα επέρασεν πλήθος. Αφού το λεηλατήσει το Μεσολόγγιον με φωτιά, να κάμη την έφοδον με απόφασιν να το κερδίσει (ημή γένοιτο).
Ημείς θέλομεν ωφελήσει όταν έλθει ο ελληνικός στόλος ημπορούμεν να πιάσωμεν κανένα πόστο παράλιον διά να λαμβάνωμεν τροφάς ευκόλως διά θαλάσσης και τότες ωφελούμεν την πατρίδα και τον εχθρόν θέλομεν τον βλάψει σημαντικώς. Μένομεν με όλον βαθύτατον Σέβας.
Τη 28 Δεκεμβρίου 1825, Δερβέκιστα
Γιαννάκης Γιολδάσης, Καραϊσκάκης, Δήμος Σκαλτσάς, Ανδρίτσος Σαφάκας, Δήμος Τζέλιος,Γιαννάκης Στάϊκος, Χρήστος Μακρής Γεώργιος Πεσλής, Νικόλαος Τζαβέλας».
[ΓΑΚ: Βλαχογ. Εκτελ. φάκ. 16 (260)]
Αυτή ήταν η δαφνοφόρος παρουσία του αοίδιμου Καραϊσκάκη στην Ακαρνανία κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1825, στην οποία ως αρχηγός Αρμάτων Ξηρομέρου είχε στήσει το ορδί του στο Δραγαμέστο (Αστακός) Ξηρομέρου και συνέβαλε τα μέγιστα στην ενίσχυση της Β′ πολιορκίας του Μεσολογγίου με τις διεξαχθείσες υπ’ αυτόν μάχες, όπως στον Μαχαλά, στον Καρβασαρά, στη Μάνινα (Παλιομάνινα), στο Ρίβιο, στη Ρίγανη και στο Λικοδόντι. Μάχες που προαναφέραμε λεπτομερέστατα ως άνω και τις συνοδεύσαμε μάλιστα με αδιάσειστα ιστορικά στοιχεία, προερχόμενα από έρευνά μας σε πρωτογενείς αρχειακές πηγές προς επίρρωση των λεγομένων μας και με την πίστη και την ελπίδα ότι αυτά τα ιστορικά γεγονότα θα φανούν χρήσιμα σε κάθε φιλίστορα συμπατριώτη, εμπλουτίζοντάς του ακόμη περισσότερο τις όποιες ιστορικές του γνώσεις για τη συμβολή του Καραΐσκάκη στο Ξηρόμερο και στην Ακαρνανία γενικότερα.
Στα μέσα του Δεκεμβρίου του 1825, η Φρουρά του Μεσολογγίου, μετά από εντολή της κεντρικής Διοίκησης, αποφάσισε να σηκώσει τον Καραϊσκάκη από τα θαυμαστά επιχειρήματά του στη Δυτική Ελλάδα, που με κάθε λεπτομέρεια προαναφέραμε και με τις ίντριγκες και διχόνοιες των Γεωργίου Τσόγκα και Γιαννάκη Ράγκου — ανθρώπων του Μαυροκορδάτου — ο αητός της Ρούμελης εντέλλεται από τη Διοίκηση να φύγει από το Δραγαμέστο (Αστακός) Ξηρομέρου και να στρατοπεδεύσει στη Δερβέκιστα (σημερινή Ανάληψη) ορεινής Τριχωνίδας για να ενωθεί με τα στρατεύματα των Σαλώνων, για να χτυπήσουν έτσι δυνατότερα τον Κιουταχή. Αυτό ήταν μια πρόφαση, γιατί ο Καραϊσκάκης δεν ήθελε να φύγει — όπως είδαμε — από το Δραγαμέστο.
Η δόξα του μεγάλωνε και ο φθόνος των πολιτικών και στρατιωτικών (Τσόγκας-Ράγκος) έπρεπε να του κόψει τα φτερά. Σηκώσανε λοιπόν, του Ναυπλίου οι διοικούντες και έχοντες πλήρη άγνοια για τα τότε τεκταινόμενα στη Δυτική Ελλάδα, τον Καραΐσκάκη από την Ακαρνανία και τον στείλανε να ενωθεί με τον παλιό του εχθρό τον Κώστα Μπότζαρη, σταλμένο από το Ναύπλιο με στρατεύματα καλοπληρωμένα, που θα σμίγανε με τα λιμοκτονούντα παλικάρια του Καραϊσκάκη. Και φυσικά η κεντρική Διοίκηση, έκανε, μυστικά, αρχηγό τον Κώστα Μπότζαρη (Βλαχογ. Εκτελ., φάκ. 10) κι όχι τον Καραΐσκάκη.
Φασκέλωσε λοιπόν ο Καραϊσκάκης αυτή την ατιμία της κεντρικής Διοίκησης, πήρε τα μάτια και χάθηκε και άφησε στον Κώστα Μπότζαρη το έργο που δεν το βαστούσε η πλάτη του, να σώσει το Μεσολόγγι, μας αναφέρει σχετικά ο Βλαχογιάννης. [ ΓΑΚ : Βλαχογ. Αρχείο Καραΐσκάκη, ΣΤ3, αριθ. 1177, σελ. 31 και Απομνημονεύματα Σπύρο Μήλιου, σελ. 183] .
Στη Δερβέκιστα τότε είχαν φθάσει και οι Τσόγκας και Ράγκος, όχι να συνεργαστούν με τον Καραϊσκάκη, αλλά να αντενεργούν κατ’ αυτού, όπως το ίδιο έπρατταν όπως είδαμε και στο Ξηρόμερο, δίχως να νοιάζονται για τους εντός του Μεσολογγίου πολιορκουμένους ή να κάνουν κάτι κατά του εχθρού. Ο Νικόλαος Κασομούλης μας αναφέρει ότι οι περί τον Καραΐσκάκη «έκαναν τα χρέη των και κανείς δεν ηδύνατο να ειπή… τίποτες το αντίθετον», ενώ ο Ράγκος και ο Τσόγκας «επειδή και πρωτύτερα και διά ταις τότε νίκαις του Καραϊσκάκη τον εζήλευαν, διότι προώδευσεν, ενώθηκαν με τον Κώστα Μπότζαρη — οπού και πρωτύτερα πάλιν ήσαν σύμφωνοι — ενεργούντες να καταστήσουν αρχηγόν τούτον».
[ Ενθυμήματα Κασομούλη, τόμ. Β′, σελ. 156 ].
Βλέπουμε ότι στα έξω του Μεσολογγίου στρατεύματα υπήρχαν βαθιά ριζωμένα σπέρματα αντιζηλίας και ζηλοτυπίας κατά του Καραΐσκάκη, τον οποίο τελικά, αναφερόμενοι και Διοίκηση (Μαυροκορδάτος και Κωλέττης), εξασθένισαν, τον αποδιοργάνωσαν καθαιρώντας τον αντί να τον ενισχύσουν ενδεδειγμένα ως μοναδικό αρχηγό στα έξω του Μεσολογγίου στρατεύματα και να κινητοποιήσουν τους αντιφερόμενους υπό τον Κώστα Μπότζαρη.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες και με ένα στράτευμα εξασθενημένο και στην κυριολεξία πεινασμένο, ο Καραϊσκάκης, με ανάμεικτα αισθήματα απαισιοδοξίας από τις ανείπωτες συμφορές, εκφράζει έντονα και με αγωνία, αλλά και συντετριμμένος από την τραγωδία της Εξόδου του Μεσολογγίου, την κατάσταση που τότε επικρατούσε στην καθημαγμένη Ρούμελη.
Να τι αναφέρει περί αυτών ο Βαγέλης Σκουβαράς, που μας περιγράφει την κατάσταση του Καραϊσκάκη στις 12 Απριλίου 1826 από τη Δερβέκιστα της ορεινής Τριχωνίδας.
«Σεβαστή Διοίκησις.
Λυπηρότατον και αξιοδάκρυτον μήνυμα αναφέρω, το οποίον η γλώσσα και τα χείλη μου τρέμουσι να το ειπώσι και χείρ ανθρώπινος να το εξιστορήση. Σεβαστή Διοίκησις, ο στόλος μας μη δυνάμενος να εφοδιάση με τας αναγκαίας τροφάς και πολεμοφόδια κ.λπ. το πολυθρήνητον Μεσολόγγιον και στενοχωρηθέντες οι εν αυτώ αδελφοί 25 ημέρας να ίδωσι ψωμί παντελώς εις τα ομμάτιά των, και χωρίς να έχουν άλλο τι προς τροφήν των, ότι προ των 25 ημερών είχαν φάγει όλα τα άλογα, γαϊδούρια, χελιδόνια, καβούρια, γάτες, ποντικούς, ώστε δεν είχαν αφήσει τίποτες. Βαστούντες λοιπόν οι άνω 25 ημέρας νηστικοί και κινδυνεύοντες από τον καθημερινόν και ακατάπαυστον πόλεμον, δεν ηδυνήθησαν πλέον να υποφέρωσι, και εις τας 11 του παρόντος εψέ (τρέμω ειπείν και χύνω ποταμηδόν δάκρυα) άφησαν το πολυπαθές φρούριον και έφυγον. Ερρίφθημεν και ημείς επάνω εις τον εχθρόν και συνεκροτήσαμεν τον πόλεμον, μήπως γλυτώσωσι μερικές ψυχές από εκείνους οπού ήτον μέσα, αλλά μ’ όλον τούτο εκείνο οπού έγινεν εις τους αδελφούς μας δεν ημπορώ να το παραστήσω, μόλις να εγλύτωσε το 1/3 απ’ αυτούς, οι δε άλλοι εφονεύθησαν και αιχμαλωτίσθησαν παρά των εχθρών. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της καλής οικονομίας και το στάλσιμον των ξηρών γραμμάτων, χωρίς την παραμικράν εν καιρώ εξοικονόμησιν, τώρα οπού τα εφόδια εστάλθησαν, εστάθηκαν μάταια και ανωφελή.
Λοιπόν, τα σωθέντα εκ Μεσολογγίου στρατεύματα και όλοι εμείς τα έξω σώματα πεσωρεύθημεν όλα εις εν, και η Διοίκησις πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα, διά να κάμη φοβεράς ετοιμασίας και εξοικονόμησιν ταχείαν διά τούτο το στρατόπεδον, διά να ημπορέσωμεν
οχυρωθέντες εις δυνατάς θέσεις να αντισταθώμεν εις τον εχθρόν, ίσως προφυλάξωμεν ετούτων των επαρχιών τους κατοίκους, ει δε και αμελήση και εις αυτό ας έχουν οι Διοικηταί τας τόσας ψυχάς χριστιανών εις τον λαιμόν των και ενώπιον της Τρισυποστάτου Θεότητος εν καιρώ παρουσίας, επειδή καθ’ εκάστην γράφοντες φωνάζομεν τον κίνδυνον, εις τον οποίον ευρισκόμεθα, διά να προφθασθώμεν με τροφάς και πολεμοφόδια, και εις παραμικρόν δεν εισακουόμεθα, αλλά στέλλονται εις ημάς διαταγαί και γράμματα ξηρά. Αν και τώρα δεν ενεργηθή με ταχύτητα και τούτου του στρατοπέδου η εξοικονόμησις, πάλιν όψεσθε.
Έκλαμπροι Διοικηταί. Μην φοβήσθε από το συμβάν, αλλά να μας εξοικονομήση η Σεβαστή Διοίκησις και θα κάμωμεν φοβερούς πολέμους εναντίον του εχθρού.Μένω με το βαθύτατον σέβας.
Τη 12 Απριλίου 1826, Στρατόπεδον Δερβέκιστας
Ο ευπειθής και πρόθυμος πατριώτης Καραϊσκάκης.
Και τώρα δεν ημπορεί να μας προφθάση η Σεβαστή Διοίκησις με αναγκαία, ει μη μόνον με γρόσια, και ημείς τα εξοικονομούμε τα αναγκαία, ειδέ εις το Διβάνι του Θεού να κριθούν, και Διοικηταί και Βουλευταί. Όταν σας γράψωμεν την αλήθειαν, αι φατρίαι δεν αφήνουν να πιστεύσητε την αλήθειαν».
[ Βαγγέλη Σκουβαρά, Μεσολογγίτικα,
Ρουμελιώτικο ημερολόγιο 1961]
Γράμμα γραμμένο σε τέτοιες στιγμές με λόγια βγαλμένα από τη ματωμένη καρδιά ενός αγωνιστή, όπως ήταν ο Καραϊσκάκης, είναι από μόνο του καθάριο και ξεσκεπάζεται η υπόσταση αυτού του φοβερού αγωνιστή της Παλιγγενεσίας. Όπως ήταν. Με την ειλικρίνειά του, με την ειρωνεία του, τις μπουρινιασμένες του στιγμές, τη σε πολλά σημεία υποχωρητικότητα του όταν τον καλούσε το συμφέρον της λευτεριάς, τις φοβέρες, το παράπονο… Αυτός ήταν ο Καραϊσκάκης.
Ας παρακολουθήσουμε μέσα από αδιάσειστα στοιχεία αρχειακών ιστορικών πηγών, βήμα-βήμα την πορεία του Καραϊσκάκη και από τη Δερβέκιστα (Ανάληψη) μέχρι να φτάσει στο Ναύπλιο και να χρισθεί Αρχιστράτηγος από τη Διοίκηση (Ζαΐμης) αρχές Ιουλίου του 1826 και να δρέψει τις εθνικές δάφνες στην Αράχωβα, στον Πειραιά και στην Αττική.
Εκείνη την περίοδο και συγκεκριμένα στις 6 Απριλίου 1826, η Γ′ Εθνική Συνέλευση στη Νέα Επίδαυρο (Πιάδα) εκλέγει στη διοίκηση, τους πριν κατατρεγμένους Ανδρέα Ζαΐμη, Ανδρέα Λόντο και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με πρόεδρο της Διοικητικής Επιτροπής τον Ανδρέα Ζαΐμη. Παρέλαβε ο Ζαΐμης από την προηγούμενη διοίκηση του Γεωργίου Κουντουριώτη, μόνον 60 γρόσια!!! και συνάμα πάλευε με χίλια ζέοντα θέματα. «Ουδέποτε Κυβέρνησις της Ελλάδος ευρέθη έχουσα εν μέσω τόσων δεινών περιστάσεων τόσον μικρούς πόρους», μας αναφέρει ο Σπυρίδων Τρικούπης (Δ′, σελ. 15).
Καραϊσκάκης και Διοικητική Επιτροπή (Ζαΐμης)
Λίγες μέρες αργότερα, αναφέρεται ο Καραϊσκάκης προς την Κεντρική Διοίκηση με την ακόλουθη επιστολή του:
«Σεβαστή Διοικητική Επιτροπή!
Τα γράμματά μου, τα οποία εις την πρώτην Διοίκησιν διηύθυνα προ ολίγων ημερών, είμαι βέβαιος ότι τα είδεν η νεοσυσταθείσα Γενική Επιτροπή και επληροφορήθη περί των εδώ διατρεχόντων. Και πάλιν δεν λείπω κατά το απαραίτητον χρέος μου να αναφέρω ότι η Ελλάς την σήμερον ευρίσκεται εις παντελή απελπισίαν και απώλειαν. Πώς όμως πάσχει; Επειδή τα στρατεύματά της έμειναν απρομήθευτα και ανοικονόμητα παρά της κοινής μητρός και μη υποφέροντας τέλος πάντων την πείναν, δεν ημπορούν να βασταχθούν εις τας θέσεις. Διά τούτο οι κάτοικοι της Ελλάδος πρέπει να σωθούν αυτοθελήτως εις την διάκρισιν του εχθρού και ημείς οι στρατηγοί της Σεβαστής Διοικητικής Επιτροπής να καταντήσωμεν κλέπται, οπού να μην ημπορούμεν να ωφελήσωμεν ποσώς την πατρίδα.
Σεβαστή Διοικητική Επιτροπή!
Με εδίδαξεν η φύσις πάντοτε να ομιλώ την αλήθειαν και εξόχως εις τοιαύτην κρίσιμον περίστασιν της πατρίδος. Και ας ακούσω και κατηγορίας. Δεν εσυνήθισα, αλλ’ ούτε το δέχομαι, να ομιλώ παρασταίνοντας ως ζωντανά τα ψέματα, διά να λαμβάνω μόνον το εύγε, χωρίς να αποβλέπη η ομιλία μου εις κανέναν συμφέρον, όχι. Αλλά αγαπώ πάντοτε να επιτελούνται πράγματα ωφέλιμα, διά να μη χάνεται ο κοινός λαός, καθώς και σήμερον ευρίσκονται. Και τούτο πόθεν; Από τους καρπούς της καταράτου φατρίας, την οποίαν επεριμέναμεν να σβήση με το σύστημα της νέας Διοικητικής Επιτροπής. Και τώρα βλέπομεν να ανάπτη πολύ περισσότερον.
Κύριε Ζαΐμη.
Επειδή και εκλέχθης άξιος από το Έθνος και ανεβιβάσθης εις τον βαθμόν της προεδρικής τάξεως, άκουσον και ενός στρατηγού λόγους, και πάρε αναγκαία μέτρα διά να βαστάξης το τιμόνι της ελληνικής επικράτειας, ως η περίστασις το απαιτεί και το όνομά σου δέχεται, και μην πλεχθής εις τας φατρίας, ότι η Ελλάς προσκυνά εις τον εχθρόν, και η επικράτεια ευρίσκεται εις μεγαλώτατον κίνδυνον. Πασχίσατε με ό,τι τρόπον εννοείτε διά την σωτηρίαν της, και αφήσατε τας φατρίας, ότι πρώτη αιτία της φατρίας έγινεν από αυτού και εμβήκε μια φλοξ, από την άκραν της Πελοποννήσου, ήτις και έφθασεν έως την άκραν της Ελλάδος. Τώρα πάλιν από αυτού γίνεται η αιτία και θα έμβη (ο μη γένοιτο) μια φλόξ από την Ελλάδα και θα φθάση έως την άκραν της Πελοποννήσου. Πασχίσατε, διά όνομα του Θεού, διά το συμφέρον της πατρίδος, διά να μη παραδοθή εις απώλειαν τόσος λαός, και όψεσθε.
Σεβαστή Διοικητική Επιτροπή! Τούτο είναι το πρώτον και ύστερον γράμμα μου, επειδή γνωρίζω ότι όχι μόνον δεν εισακούομαι, αλλά και περιπαίζομαι. Ότι ο άνθρωπός μου είχε τόσον καιρόν αυτού, με το σήμερον και αύριον και δεν εστάθη τρόπος να μου δώσετε πέντε χιλιάδες γρόσια, από εκείνα όσα εξ ιδίων μου εξώδευσα διά να αναπληρώσω την στρατιωτικήν μου χρείαν. Πλην τα δίδετε εις μέρη πάντα άχρηστα. Σας ευχαριστώ.
Παρακαλώ όμως τον Θεόν οπού το έθνος μας να είναι καλά και να χρειασθείτε και τον Καραϊσκάκη, τον οποίον τότε τον βλέπετε. Περισσότερον δεν εκτείνομαι, αλλά μένω με το βαθύτατον σέβας.
Τη 6 Μαΐου 1826 εκ του στρατοπέδου Κραβάρων
Ο ευπειθής και πρόθυμος πατριώτης Καραϊσκάκης
Υ.Γ: Τελειώνοντας το γράμμα, έφθασαν γράμματα και μπουγιουρδιά από την Ρούμελην προς τους κατοίκους και προς τους καπεταναίους διά να προσκυνήσουν, διά το οποίον από μεν τους καπεταναίους υποψία δεν είναι, επειδή δεν προσκυνούν, από δε τους κατοίκους έχω υποψία ότι ημπορεί να προσκυνήσουν. Και να που εμείς καταντώμεν κλέπτες. Τούτο με κανέναν τρόπον δεν ημπορούσαν οι κάτοικοι να κάνουν, αν εμείς είχομεν τα μέσα του πολέμου».
Έτι μας είπον την Τρίτην εις τας τέσσαρας του παρόντος εβγήκεν ο Κεχαγιόμπεης από το Μεσολόγγι με έξι χιλιάδες διά τον Έπακτον και από εκεί διά Σάλωνα. Διά τούτο ας λάβη τα αναγκαία μέσα η Σεβαστή Διοικητική Επιτροπή οπού όσον ογλήγορα να μας προφθάση με δυνάμεις εφοδιασμένας με όλα τα του πολέμου αναγκαία εφόδια, και περισσότερα διά να λάβωμεν και ημείς και τότε γίνεται η απαιτούμενη ανθίστασις εις τον εχθρόν, και δεν ημπορεί να προσωρήση μήτε να βλάψη μάλιστα ημείς κερδίζομεν.
Όχι όμως και αν αι δυνάμεις δεν μας προφθάσουν, αλλ’ ούτε εφόδια, τότε η Πελοπόννησος κινδινεύει πολύ περισσότερον. Αι δυνάμεις του εχθρού είναι πολλά ολίγες, αι μηχανές του όμως είναι πολλά φοβερές διά το προσκύνημα, οπού επλάνησε όχι μόνον τον απλόν λαόν, αλλά και μερικά άρματα. Περί τούτου ας παρθούν αναγκαία μέτρα ότι το κακόν δεν είναι ολίγον.
Ειδοποιώ την Σεβαστήν Διοικητικήν Επιτροπήν και τους αξιωματικούς οπού ευρίσκονται υπό την οδηγίαν μου, οίτινες είναι οι ακόλουθοι:
Νικολός Τζαβέλας, Δήμος Τζέλιος, Μακρής (Χρήστος) Αποκουρίτης, Γιαννάκης Στάικος, Θανάσης Κρικοχωρίτης, Γιαννάκης Σουλτάνης, Νικολός Μπουρμπουτζιώτης, Βασίλης Πάτζης, Κώστας Καπογιωργάκης, Στάθης Λειβαδίτης, ο νταϊφάς και στρατιώτες του Φώτη Κουσουρή.
Όλοι είμεθα έως χίλιοι διακόσιοι, όμως ψωμί χαψιά δεν έχομεν και δυστυχούμε».
[ΓΑΚ: Διοικητική Επιτροπή, φάκ. 178 (131)]
Επιστολή του Γεωργίου Καραϊσκάκη στις 6 Μαΐου 1826, από το στρατόπεδο των Κραβάρων Ναυπακτίας, απευθυνόμενη προς τη Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος. [ ΓΑΚ: Διοικητική Επιτροπή, φάκ. 178 (131)]
Αυτό το γράμμα του Καραΐσκάκη προς τη Διοικητική Επιτροπή, αναντίρρητα είναι βαρυσήμαντο, υπεύθυνο, διακατέχεται και από πατριωτικό χρέος, αλλά και δυναμισμό και πάνω απ’ όλα εκφράζει την αγωνία ενός ταλαιπωρημένου λαού και μάλιστα υποδεικνύει στην κυβέρνηση και μέτρα εθνικής σωτηρίας, όπως αποφυγή φατριών και ενίσχυση των υπό των οπλαρχηγών στρατιωτικών δυνάμεων. Μάλιστα προσφέρεται — έμμεσα — και όχι σε ευνοϊκή εποχή, για να δρέψει τιμές, αλλά και να υπηρετήσει την πατρίδα στην πιο κρίσιμη καμπή της.
Και η Διοικητική Επιτροπή από το Ναύπλιο στο οποίο και εδρεύει, απαντάει στις 20 Μαΐου 1826 προς τον αοίδιμο Καραϊσκάκη, ως ακολούθως:
«Η Διοίκησις έλαβε προλαβόντως την διά ιδιαιτέρας σας γραφής γνώμην Σας και με την απορίαν της επαπαρατήρησε τας υπονοίας Σας και τον τρόπον της εκφράσεώς Σας, καθ’ όσον ο μόνος σκοπός της και μόνη εργασία της είναι η συγκέντρωσις και η ομόφωνος σύμπραξις των ελληνικών όπλων και η αναγκαία προμήθεια. Εξακολουθείτε τα χρέη σας με τον συνήθη Σας πατριωτισμόν και να ιδεάζετε την Διοίκησιν περί πάντων ώστε να δυνάμεθα ανταμειφθώσιν να σας βλέπει. Σας αποστέλλει και τα μέσα προς εκπλήρωσιν των χρεών σας». [ ΓΑΚ : Διοικητική Επιτροπή, φ. 183, (39) ].
Η πτώση του Μεσολογγίου δημιούργησε στη Δυτική Ελλάδα και στη Ρούμελη γενικότερα μια παραλυσία των πάντων. Γυμνοί και πανικόβλητοι οι κάτοικοι ένας μετά τον άλλον έτρεχαν στις αποκλείστρες για να σωθούν και άλλοι για να επιβιώσουν συμβιβάζονταν με τους Τούρκους ή προσκύνησαν σ’ αυτούς και αρκετοί οπλαρχηγοί-αξιωματικοί τράβηξαν προς το Ναύπλιο που είχε την έδρα της η κυβέρνηση.
Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος χαρακτηριστικά για την υπάρχουσα κατάσταση στη Ρούμελη, μας ιστορεί τα παρακάτω:
«Οι κάτοικοι της Στερεάς Ελλάδος, περί τα μέσα του 1826 έτους, ουδεμίαν ουδαμού του ορίζοντος καθορώντες ακτίνα παραμυθίας, περιέπεσον εις την εσχάτην απελπισίαν. Η Στερεά Ελλάς διέκοιτο τότε όπως προ ολίγου το Μεσολόγγιον ως φρούριον μέγα και αχανές κατείχετο υπό μαχητών γενναίων, αλλ’ οι μαχηταί ούτοι εστερούντο άρτου, και έτι μάλλον παντός άλλου εφοδίου. Η φρουρά του Μεσολογγίου εζωογονείτο τουλάχιστον υπό της ελπίδος, ότι, διασπάσασα τα εχθρικά χαρακώματα, θέλει εύρει τρόπον να συντηρήση εαυτήν και να εξακολουθήση τον υπέρ της ελευθερίας αγώνα, οι δε κάτοικοι της Στερεάς έβλεπον εκλιπούσαν και την τελευταίαν ταύτην προσδοκίαν».
[ Κ. Παπαρρηγόπουλου, Γεώργιος Καραϊσκάκης, σελ. 65, έκδ. 1867]
Οι δε προσπάθειες του Καραϊσκάκη υπήρξαν μάταιες στο να συγκρατήσει το στράτευμα των 1.200 ανδρών μαζί του, από το οποίο άλλοι έφυγαν, όπως π.χ. ο Γιαννάκης Στάϊκος, άλλοι προσκύνησαν στον εχθρό και άλλοι στα κακά χάλια τους να αναφέρουν μετά από τέσσερες μέρες αφότου αναφέρθηκε ο Καραϊσκάκης, τα παρακάτω:
«Σεβαστή Διοικητική Επιτροπή!
Η άκρα δυστυχία τούτων των επαρχιών, η ολόκληρος στέρησις του ψωμιού και το αδιάκοπον πέρασμα και στάσιμον των στρατευμάτων ανεφοδιάστων από εθνικάς τροφάς, κατήντησαν τούτον τον λαόν εις άκραν αδημονίαν, ώστε απελπισμένες διάφορες φαμελιές έκλιναν τον αυχένα και επροσκύνησαν εις τους εχθρούς. Τούτο έδωσε μέγα θάρρος των εχθρών και ελπίδας, καθώς πληροφορούμεθα, και αποφάσισαν να κάμουν γενικόν κίνημα εναντίον τούτων των μερών από πολλά περάσματα. Είναι τρεις ημέρες οπού έφθασεν ένα εχθρικόν ορδί εις την θέσιν του Μερεφέντι, και εξοπίσω έρχονται και από τ’ άλλα μέρη. Ημείς ενωθέντες αφού εβάλαμεν όλον τον κόσμον εις τες αποκλείστρες τους, εσυστήσαμεν τρία στρατόπεδα, προς αντίκρουσίν των, εν εις την θέσιν Βαρνάκοβας, εν εις την της Παπαδιάς και εν εις την του Πλατάνου, και ελπίζομεν εις την Θείαν Πρόνοιαν να μην τους αφήσωμεν διόλου να προχωρήσουν. Φοβούμεθα όμως μήπως η πείνα και η έλειψις πολεμοφοδίων μας διαλύση τα στρατόπεδα αυτά. Αι επαρχίες ταύτες είναι παντέρημες και αποθνήσκει ο λαός αυτών της πείνας, διό είναι και αδύνατον να μας βοηθήσουν από τροφάς.
Η Σεβαστή Διοικητική Επιτροπή ας λάβη τα πλέον δραστήρια μέτρα ίνα μας προφθάση όσον το ογληγορώτερον με τροφάς και πολεμοφόδια και με όσην στρατιωτικήν δύναμιν εγκρίνει. Νομίζομεν περιττόν να ταυτολογούμεν, αλλά περιμένοντας όσον τάχος να ιδούμε το πατριωτικόν τούτο ζήτημά μας τελειωμένον. Με βαθύτατον σέβας υποφαινόμεθα.
10 Μαγιού 1826
Οι ευπειθείς πατριώται
Μήτσος Κοντογιάννης, Γεώργιος Τσιόγκας, Δήμος Σκαλτσάς, Γιαννάκης Γιολδάσης,
Γιαννάκης Ράγκος, Γιαννάκης Στάϊκος ».
[ΓΑΚ: Διοικητική Επιτροπή, φάκ. 180 (20)]
Επιστολή προβεβλημένων οπλαρχηγών που υπογράφεται στις 10 Μαΐου 1826 από τους στρατηγούς Μήτσο Κοντογιάννη, Γεώργιο Τσιόγκα, Δήμο Σκαλτσά, Γιαννάκη Γιολδάση, Γιαννάκη Ράγκο και Γιαννάκη Στάικο. [ ΓΑΚ : Διοικητική Επιτροπή, φάκ. 180, (20)]
Απ’ αυτό το γράμμα των παραπάνω επιφανών Δυτικοελλαδιτών οπλαρχηγών καθώς και το προαναφερόμενο του Καραϊσκάκη, αλλά και έτερο που υπογράφεται από μέλη της διασωθείσης Φρουράς Μεσολογγίου που καταγράφεται πιο κάτω, δείχνει την τραγική μοίρα των άμαχων και μάχιμων που διαβιούσαν στην επαρχία.
Οι φωνές προς την κεντρική Διοίκηση,ήταν φωνές «βοώντων εν τη ερήμω» και κάθε διαταγή της κυβέρνησης καταντούσε δίχως πρακτικό αποτέλεσμα. Ιδού και η περί ης ο λόγος επιστολή των οπλαρχηγών της Φρουράς Μεσολογγίου που όδευαν για το Ναύπλιο και σας την παρουσιάζουμε αυτολεξεί, όπως την αλιεύσαμε στην αέναη έρευνά μας σε πρωτογενείς αρχειακές πηγές των ΓΑΚ.
«Την 12 του τρέχοντος από Δερβέκιστα αναφέραμεν τα έως τότε διατρέξαντα. Απ’ εκεί ετραβήξαμεν διά εδώ. Εις τον δρόμον απαντήσαμεν μεγαλωτάτας δυσκολίας. Ψωμί δεν εύρομεν πουθενά. Ο κόσμος όλος ετρύπωσε μέσα εις τας Σπηλιαίς.
Εμείς σκοτωμένοι, λαβωμένοι, άρρωστοι, πεινασμένοι, από άλλοι ταλαιπωρημένοι και τελείως γυμνοί, εχάσαμεν ακόμη και εν τρίτον από όσους διεσώθημεν από τον εχθρόν.
Φθάνοντες εδώ δεν εύρομεν κατά δυστυχίαν και εις τούτην την χώραν ψωμί. Λοιπόν βιασμένοι από την πείναν απεφασίσαμεν να τραβήξωμεν εμπρός, όσπου να ημπορέσομεν να εύρωμεν τροφάς.
Εάν το έθνος γνωρίζη ότι εδουλεύσαμεν και χρησιμεύομεν εις το να δουλεύσομεν και εις το εξής πρέπει να μας προμηθεύσει, ως κάτωθεν:
Αον. Θέλομεν να ηξεύρομεν που έχομεν το υστερικόν καταφύγιον διά να αφήσωμεν τους λαβωμένους μας και ό,τι αναγκαίον έχει ο καθείς.
Βον. Τα μέρη, οπού πρέπει να μας δοθή το καταφύγιον διά να δώσωμεν θάνατον τιμημένον είναι τα τρία, η Κόρινθος, το Ναύπλιον και η Ύδρα.
Γον. Όποιον από αυτά τα τρία διορισθή, να εφοδιασθή από όλα τα αναγκαία διά δεκαοχτώ μήνας, ει δυνατόν και περισσότερον.
Δον. Να μας γένη εξοικονόμησις και διά μετρητά χωριστά απ’ εκείνα οπού εδόθησαν εις τους απεσταλμένους μας, τα οποία και ακόμην δεν ελάβομεν, διά να παρηγορήσωμεν την δυστυχίαν των Στρατιωτών μας και του εαυτού μας, οπού εγυμνώθημεν όλοι εξ ολοκλήρου.
Αφού το έθνος διορθώση τα ειρημένα τέσσερα άρθρα, όσοι διεσώθημεν από το πολυπαθές και αιματωζυμωμένον Μεσολόγγι, και οι άλλοι αδελφοί μας, οπού ήλθον από Σάλωνα και μας έδωσαν χείρα βοηθείας, είμεθα σύμφωνοι, ομογνώμονες και αχώριστοι, να χύσωμεν από μίαν φούχταν αίμα οπού έχομεν διαφεντεύοντας με το σπαθί εις το χέρι πίστιν και Πατρίδα.
Όχι και αυτά δεν γίνονται, παρακαλούμεν να μας γράψετε ανοικτοί, διά να πάρωμεν τα μέτρα μας. Ότι το Μεσολόγγι μας έμαθε γνώσιν και πλέον Γράμματα και λόγια χωρίς έργα δεν μας αναπαύουν. Το πολύ εις οκτώ ημέρας προσμένομεν τον πεζόν (ταχυδρόμον) με καθαράς και αληθινάς αποκρίσεις. Μένομεν με το προσήκον Σέβας.
Σάλωνα, την 23 Απριλίου 1826
Οι πατριώται
Κώστας Μπότσαρης, Γιώργος Λ. Δράκος, Ναστούλης Νταγλής, Διαμαντής Ζέρβας, Γιαννούσης Πανομάρας, Πάσχος Κοσμάς, Γιωργάκης Μαλάμος, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Βαλτινός, Γαλάνης Μεγαπάνου, Χριστόδουλος Χατζηπέτρου, Βασίλης Χασάπης, Νικόλαος Κασομούλης, Χρήστος Τζιάνης, Νότης Μπότζαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Γεώργιος Κίτσος, Χρήστος Φωτομάρας, Γιωργάκης Βάγιας, Κώστας Χορμόβας, Νάσης Κουτσονίκας».
[ ΓΑΚ : Διοικητική Επιτροπή, φάκ. 174 (121α)]
Και κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Μεχμέτ Ρεσίτ Πασάς (Κιουταχής), επειγόμενος για το πάρσιμο της Αθήνας και το διάβα του στην Πελοπόννησο, εκμεταλλεύεται την κατάσταση που επικρατούσε στη Ρούμελη και χάριζε αφειδώς υποσχέσεις να μην πειραχτεί ο άμαχος πληθυσμός, αν προσκυνήσουν, ενώ στους οπλαρχηγούς να μοιράσει αρματολίκια, αν δηλώσουν υποταγή.
Και δυστυχώς, πολλοί Ρουμελιώτες έλαβαν την περίοδο αυτή αρματολίκια και άλλοι αρκέστηκαν να διαπραγματεύονται τα λεγόμενα καπάκια και να κερδίζουν χρόνο, όπως τούτο πολλοί το έπραξαν.
Έτσι, όταν στις 16 Απριλίου 1826 οι Τούρκοι Μπέηδες και Αγάδες (Βασιάρης-Ισμαΐμπεης, Ιλμάτι Μίτζι, Μπεκήρ Τζογαδόρος, Ταχήρ Αμπάζης, Βαλιέρο Γιάτσης, Μουστάμπεης, Μπεκήρ Σερβάνη) έγραψαν στους Δυτικοελλαδίτες οπλαρχηγούς να προσκυνήσουν [ ΓΑΚ : Διοικ. Επιτροπή, φάκ. 175 (58)]. Εκείνοι τους απάντησαν:
«Ενδοξότατοι Μπέηδες κι Αγάδες.
Σήμερον ελάβομεν το κοινόν σας γράμμα και είδομεν την καλήν σας πρόθεσιν και το σαντακάκι σας (τούρκικη λέξη, ειλικρίνεια) και σας ευχαριστούμεν. Η ενδοξότης σας είσθε όλοι φρόνιμοι και πρακτικοί και καταλαβαίνετε οπού με γράμματα είναι μεγάλη δυσκολία και μάλιστα καθώς εκατήντησαν τα πράγματα έως τώρα. Παρά, αν είναι δυνατόν, να κοπιάσετε ν’ ανταμωθούμεν και κουβεντιάσωμεν προσωπικώς. Κι αν είναι από τον Θεόν, τελειώνει η υπόθεσις εις το καλόν. Ταύτα και οι χρόνοι σας πολλοί.
Τη 24 Απριλίου 1826, Μοναστήρι Χόμορης
Μήτζιος Κοντογιάννης, Γεώργιος Τζιόγκας, Γιαννάκης Γιολδάσης, Γεώργιος Καραϊσκάκης,
Νικολό Τζαβέλας, Δήμο Τζέλιος, Κώστας Βλαχόπουλος, Σταθάκης Στάϊκος, Κώστας Καπογιωργάκης, Αναστάσης Ρόκας, Δημήτρης Παλιογιάννης».
[Διοικητική Επιτροπή, φάκ. 175 (57)]
Επιστολή των οπλαρχηγών προς τους Μπέηδες και αγάδες της Ρούμελης στις 24 Απρ. 1826, την οποία και υπογράφουν οι Μήτζιος Κοντογιάννης, Γεώργιος Τζιόγκας, Γιαννάκης Γιολδάσης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Νικολό Τζαβέλας, Δήμο Τζέλιος, Κώστας Βλαχόπουλος, Σταθάκης Στάικος, Κώστας Καπογιωργάκης, Αναστάσης Ρόκας, Δημήτρης Παλιογιάννης. [ ΓΑΚ : Διοικ. Επιτροπή, φάκ. 175 (57) ]
Ακολούθως οι παραπάνω Δυτικοελλαδίτες οπλαρχηγοί έστειλαν προς τη Διοικητική Επιτροπή (κυβέρνηση) αντίγραφο της απάντησής τους και την πληροφορούσαν:
«Σεβαστή Διοίκησις!
Από το αντίγραφον του γράμματος των Μπέηδων και Αγάδων οπού περικλείωμεν βλέπει τα γραφόμενα. Έστειλαν πρέσβεις και τον Βασίλειον Μπαρλάν και Ηγούμενον Λιγοβιτσίου.
Βλέπετε και το αντίγραφον της αποκρίσεώς μας, την οποίαν απόκρισιν εκρίναμεν αναγκαίαν μόνον και μόνον εις το να ημπορέσωμεν να εμποδίσωμεν το κίνημα των εχθρών δέκα ή δώδεκα ημέρες και να γράψωμεν εις την Σεβαστήν Διοίκησιν όσον το ογληγορώτερον να μας καταφθάσετε με ζαχιρέν (τρόφιμα) και τζεπχανέν (πολεμοφόδια), ότι εις τούτας τας επαρχίας ούτε ψωμί ευρίσκεται ούτε ζωντανόν, ετελείωσαν όλα και στρατόπεδα χωρίς αυτά τα δύο είναι αδύνατον να βασταχθούν.
Να περιττολογούμεν εις την Σεβαστήν Διοίκησιν δεν είναι χρεία, αλλ’ ας προφθάση όσον το ογληγορώτερον με ζαχιρέν και τζεπχανέν, και με ιμεντάτι (βοήθεια) όλους τους Ρουμελιώτας οπού ευρίσκονται εις Πελοπόννησον.
Όθεν απέρασαν εδώθεν οι αδελφοί μας οπλαρχηγοί από Μεσολόγιον, κοινή γνώμη απεφασίσαμεν να ανταμωθώμεν εις Λιδωρίκι να ομιλήσωμεν περί πάντων, και πριν αναχθώμεν εκεί έφτασαν οι άνωθεν απεσταλμένοι εδώ και ο κόσμος επήρεν μέγα τρόμον, ημείς δε διά να ενθαρρύνωμεν τον λαόν εχρειάσθη να εμποδιστούμεν από του να πηγαίνωμεν εις την αυτήν αντάμωσιν και εστάθημεν εδώ εις Κράβαρα, οπού ετοιμάζομεν τα ταμπούρια μας προς διευθέτησιν τούτων των επαρχιών.
Ο Στατηγός Σκαλτσάς θέλει σταθή εις την επαρχίαν του, οι άλλοι οπλαρχηγοί εις Σάλωνα, των οποίων όλων εγράψαμεν ιδεάζοντάς τους τα πάντα προς οδηγίαν των. Και περιμένομεν με πρώτον την στάλσιν των ζαχιρέδων, των τζεπχανέδων και του ιμιντατίου.
Με σέβας μένομεν.
Τη 27 Απριλίου 1826 εκ Κραβάρων,
Οι πατριώται
Γεώργιος Τζόγκας, Κώστας Βλαχόπουλος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Δήμος Τζέλιος, Αναστάσιος Μόστρας, Γιαννάκης Γιολδάσης, Κώστας Καπογιωργάκης, Γεωργάκης Κ. Βελής, Γιαννάκης Ράγκος, Αθανάσιος Κρικοχωρίτης, Γιάννης Κοτρούπης, Νικολός Τζαβέλας, Νικόλαος Μπουρμπουζιώτης, Αναγνώστης Κώστας, Στάθης Στάϊκος, Δημήτρης Παλιογιάννης
Υ.Γ.: Είναι εδώ τα σώματα του Στάθη Στάικου και Δημήτρη Παλιογιάννη και υιοί Σιαδήμα».
[ΓΑΚ: Διοικητική Επιτροπή, φάκ. 175 (55)]
Πλην όμως είτε από ανέχεια και ασυμφωνία, είτε από οποιαδήποτε άλλη αδυναμία των οπλαρχηγών και της κυβέρνησης, η πραγματικότητα κατά τον ιστοριοδίφη-ερευνητή, Γιάννη Βλαχογιάννη, ήταν η εξής:
«Η Ρούμελη έχει παραλύσει στο διάβα του Κιουταχή. Τα γυναικόπαιδα παίρνουνε τα βουνά και τα Επτάνησα (Κάλαμος, Καστός, Ιθάκη, Μεγανήσι, Κεφαλλονιά) και στα χωριά όσες απόμειναν ψυχές βγαίνουν και προσκυνάνε». [ Βλαχογιάννη, Άπαντα, τόμ. Β′, σελ. 67].
Επιστολή Δυτικοελλαδιτών οπλαρχηγών στις 27 Απρ. 1826, απευθυνόμενη προς τη Διοικητική Επιτροπή (κυβέρνηση) υπογεγραμμένη από τους: Γεώργιο Τζόγκα, Κώστα Βλαχόπουλο, Γεώργιο Καραϊσκάκη, Δήμο Τζέλιο, Αναστάσιο Μόστρα, Γιαννάκη Γιολδάση, Κώστα Καπογιωργάκη, Γεωργάκη Κ. Βελή, Γιαννάκη Ράγκο, Αθανάσιο Κρικοχωρίτη, Γιάννη Κοτρούπη, Νικολό Τζαβέλα, Νικόλαο Μπουρμπουζιώτη, Αναγνώστη Κώστα, Στάθη Στάϊκο, Δημήτρη Παλιογιάννη. [ ΓΑΚ : Διοικητική Επιτροπή, φάκ. 175 (55)]
Ο Καραϊσκάκης στο Ναύπλιο
Και δεν ήταν και λίγοι, όπως προείπαμε, οι επώνυμοι Δυτικοελλαδίτες οπλαρχηγοί που προσκύνησαν αναγκαστικά ή επίπλαστα στον εχθρό από τα μέσα του 1826 και μετά, όπως οι: Γεώργιος Τσόγκας, Γιαννάκης Ράγκος, Γιαννάκης Γιολδάσης, Ανδρέας Ίσκος, Ανδρίτζος Σαφάκας, Σωτήρης Στράτος, Μήτσος Κοντογιάννης, Βασίλης Μπαρλάς, Τάτζης Μαγγίνας κ.λπ.
Είδαμε προγενέστερα στην από 6 Μαΐου 1826 επιστολή του ο Καραϊσκάκης με την οποία έκανε αυστηρή πατριωτική σύσταση στον Ζαΐμη και αποκαλούσε την κυβέρνηση φατριακή.
Είδαμε να ζητούσε ψωμί και μπαρουτόβουλα για να συνεχίσει τον αγώνα κατά του Κιουταχή.
Δυστυχώς η Διοίκηση όχι μόνον δεν ενίσχυσε το σώμα του, αλλά έτεινε με τις ενέργειές της και να το διαλύσει. Διορίζει τον Μάιο του 1826 τον Γιάννη Γκούρα αρχιστράτηγο στην ανατολική Ελλάδα (Χρ. Σ. Βυζαντίου, Φαβιέρος, σελ. 140, εκδ. 1874) και τον Καραϊσκάκη τον ρίχνει στο επίπεδο των άλλων οπλαρχηγών της Δυτικής Ρούμελης (π.χ. Τσόγκας, Ράγκος, Γιολδάσης, Σιαφάκας, Στάικος, Βλαχόπουλος).
Κάτω από αυτές τις συνθήκες και αφού δεν υπήρχε ελπίδα να πετύχουν κάτι καλό στη Ρούμελη, ο Καραϊσκάκης θα κινήσει για το Ναύπλιο στο οποίο ως γνωστόν έδρευε η Διοίκηση υπό τον Ανδρέα Ζαΐμη, ώστε να δει και να βεβαιωθεί από κοντά πως ακριβώς είχαν εκεί τα πράγματα.
Στο Ναύπλιο από τις 16 Μαΐου 1826 είχαν φθάσει τα πρώτα δυτικοελλαδικά στρατεύματα της Φρουράς του Μεσολογγίου, του Κώστα Μπότσαρη αλλά και πολλών Σουλιωτών και Στερεοελλαδιτών. Και τελευταίο δηλαδή στις 18 Ιουνίου 1826 και το σώμα του Καραϊσκάκη με 800 περίπου άνδρες.
Νίκος Θεοδ. Μήτσης
– Ιστοριδίφης – ιστορικός ερευνητής
– Προϊστάμενος της Διεύθυνσης
Κοινωνικής Αλληλεγγύης Δήμου Αθηναίων




