Μήνυμα Κυριακής(4/10) Του Μητροπολίτου κ. Δαμασκηνού: Η κοινωνική μας συμπεριφορά  σχετίζεται άμεσα με την σχέση μας προς τον Θεό

Είναι κοινώς διαδεδομένη η άποψη πως ο τρόπος ζωής, τον οποίο προτείνει η Εκκλησία, είναι «εξωπραγματικός».

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ακούν με καλή διάθεση τις παραινέσεις του Ευαγγελίου και παραδέχονται πως, εάν εφαρμόζονταν, η ανθρώπινη κοινωνία θα

μπορούσε να μεταβληθεί σε «παράδεισο» επί γης. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι πεπεισμένοι πως η καθημερινότητα επιβάλλει άλλους κανόνες διαβιώσεως και

πως η διδασκαλία του Ευαγγελίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Για να επιβιώσει κανείς, θεωρούν πως είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει την ηθική που έχει ήδη

διαμορφωθεί από το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε. 

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κοινωνίας είναι η διαχείριση του πλούτου. Ο αγώνας του ανθρώπου σχετίζεται με την επιβίωση και την εξασφάλιση του επιούσιου για τον ίδιο και την οικογένειά του. Η απόκτηση, όμως, των μέσων επιβιώσεως συχνά δεν αρκεί. Μέσα στην ανθρώπινη φύση βρίσκεται η επιθυμία συσσωρεύσεως πλούτου  μεγαλύτερου από τις βιοτικές ανάγκες. Η συσσώρευση αυτή μπορεί να γίνει ακόρεστη και να μετατραπεί, από μέσο εξασφαλίσεως της επιβιώσεως σε πρωταρχικό σκοπό ζωής, στον οποίο υποτάσσονται, τόσο ο σεβασμός των ορίων όσο και η ηθική. 

Μια τέτοια στάση επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία και οδηγεί σε κραυγαλέες ανισότητες, οι οποίες αργά η γρήγορα προκαλούν εντάσεις και εκρήξεις. Η ιστορία του ανθρωπίνου γένους είναι, σε μεγάλο βαθμό, και μια διαδρομή συγκρούσεων για την απόκτηση και την αρπαγή του πλούτου μιας ισχυρής κοινωνικής ομάδος η ενός λαού από έναν άλλον. Και όσο ο πλούτος συσσωρεύεται σε όλο και λιγότερους, τόσο εντονότερα έρχεται στην επιφάνεια το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη. 

Ο πόθος αυτός γίνεται ολοένα ισχυρότερος. Παρά τις αγαθές προθέσεις και τα οικονομικά σχέδια, το πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης όχι μόνο δεν έχει λυθεί, αλλά συχνά οξύνεται. 

Στην σημερινή Αποστολική περικοπή ο Απόστολος Παύλος, στην δεύτερη προς Κορινθίους επιστολή του, συνδέει την κοινωνική δικαιοσύνη με την αγάπη και της προσδίδει συγκεκριμένη και πρακτική διάσταση. Απευθυνόμενος στους Χριστιανούς της πόλεως, τους παρακινεί να συμμετάσχουν με γενναιοδωρία στην «λογεία», δηλαδή στην πανεκκλησιαστική συλλογή οικονομικής βοήθειας για τους Χριστιανούς των Ιεροσολύμων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν μεγάλη φτώχεια. 

Στην αρχή, τους παρουσιάζει ένα επιχείρημα κοινής λογικής: «Το δικό σας περίσσευμα», γράφει,» θα προστεθεί στο υστέρημα εκείνων, ώστε κάποτε το δικό τους περίσσευμα να προστεθεί στο δικό σας υστέρημα και να υπάρξει έτσι ισότητα» (8:14). 

Γράφοντας αυτά, υπενθυμίζει πως στην ζωή έρχονται για όλους και καλές και δύσκολες ημέρες και πως καμία κοινωνία δεν μπορεί να προοδεύσει χωρίς συναντίληψη και αλληλεγγύη. 

Ο Παύλος, όμως, αντιλαμβάνεται πως τέτοιες προτροπές δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουν την σκληροκαρδία και την ανθρώπινη απληστία. Γι’ αυτό προχωρά βαθύτερα: Παίρνει ως παράδειγμα τις Εκκλησίες της Μακεδονίας, οι οποίες, παρά την μεγάλη τους φτώχεια, παρακαλούσαν τον Παύλο να δεχθεί τα χρήματα που προσέφεραν, προκειμένου να ανακουφιστούν οι Χριστιανοί αδελφοί τους στην Ιερουσαλήμ. 

«Αυτούς να μιμηθείτε», λέει στους Κορινθίους. Και συμπληρώνει: «Δεν το λέω σαν διαταγή, αλλά σας μιλώ για τον ζήλο των άλλων, για να σας παρακινήσω ν’ αποδείξετε την γνησιότητα και της δικής σας αγάπης» (8:8). 

Εδώ, η οικονομία συναντά την αγάπη. Ο Παύλος δεν ζητά από τους Κορινθίους απλώς να ελεήσουν κάποιους φτωχούς, αλλά να συμπαρασταθούν σε αδελφούς τους. Για τον Απόστολο των Εθνών, η Εκκλησία δεν είναι άθροισμα ανθρώπων που πιστεύουν κάτι κοινό, αλλά ένα ενιαίο σώμα, όπου, όταν ένα μέλος του υποφέρει, υποφέρει και αυτό ολόκληρο. 

Με αυτό τον τρόπο, η προσφορά αποκτά κοινωνική διάσταση. Όταν υπάρχει περίσσευμα στον έναν και υστέρηση στον άλλον, η αγάπη γίνεται δύναμη που μπορεί να αποκαταστήσει την ισορροπία, ώστε κανείς να μην μένει εγκαταλειμμένος στην ανάγκη του. 

Στην διδασκαλία του Παύλου, ο πλούτος δεν είναι απλώς συσσώρευση υλικών αγαθών, αλλά παράγοντας που αφορά στις ανθρώπινες σχέσεις. Η φιλαργυρία αποκαλύπτει την αδυναμία του ανθρώπου να σχετιστεί και να προσφέρει. Αντίθετα, η προσφορά δεν είναι απλώς ένα «πρέπει», αλλά άνοιγμα της καρδιάς, που οδηγεί τον άνθρωπο να θεωρήσει τον συνάνθρωπό του αδελφό. 

Ο Απόστολος αναζητά τον τρόπο με τον οποίο η αγάπη μπορεί να αναζωογονείται διαρκώς και να οδηγεί σε ορατά αποτελέσματα υπερβάσεως της κοινωνικής αδικίας. Και ο τρόπος αυτός επικεντρώνεται σε ένα πρόσωπο: τον Ιησού Χριστό. 

Στο ίδιο κεφάλαιο υπάρχει ένας στίχος που μας μεταφέρει στον πυρήνα της λύσεως. Για τους Μακεδόνες χριστιανούς λέει: «Δεν πρόσφεραν μόνο αυτά που περιμέναμε, αλλά πρώτα δόθηκαν οι ίδιοι στον Κύριο» (8:5). Τί λέει ουσιαστικά ο Παύλος;  Μην κοιτάτε μόνο τί έδωσαν. Κοιτάξτε από που ξεκίνησε αυτό που έδωσαν. 

Η οικονομική προσφορά είναι ορατή. Η εσωτερική προσφορά είναι αόρατη. Πριν από το «προσφέρω κάτι», υπάρχει το «προσφέρω τον εαυτό μου». Ο άνθρωπος, πρώτα παραδίδει τον εαυτό του στον Θεό. Και όταν ο εαυτός του πάψει να βρίσκεται στο κέντρο, αλλάζει και η σχέση του με τα υλικά αγαθά. Ο πλούτος παύει να είναι αυτοσκοπός και γίνεται διακονία προσφοράς. 

Με άλλα λόγια, ο Παύλος δεν ξεκινά από το χρήμα για να οδηγήσει στην αγάπη. Ξεκινά από την αγάπη προς τον Θεό, η οποία μεταμορφώνει και την σχέση του ανθρώπου με το χρήμα. 

Πολλοί κατηγορούν την Εκκλησία πως διδάσκει έναν ανεφάρμοστο τρόπο ζωής. Και όταν αναζητά διεξόδους να ανακουφίσει τον φτωχό συνάνθρωπο, κάποιοι την κατηγορούν, ότι εγκαταλείπει τα πνευματικά της καθήκοντα και μετατρέπεται σε φιλανθρωπικό κοινωνικό οργανισμό. 

Σήμερα, όμως, ο Απόστολος Παύλος συνδέει απόλυτα την οικονομία με την πνευματικότητα. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι μόνο υπόθεση σχεδιασμού της ανθρώπινης διανοίας, αλλά και υπόθεση περισσεύματος της ανθρώπινης καρδιάς. 

Εξωτερικά, η φιλανθρωπική δράση της Εκκλησίας μπορεί να θυμίζει δράση ενός κοινωνικού φορέα. Στην πραγματικότητα, όμως, όσα πραγματοποιούνται εντός της Εκκλησίας αποτελούν καρπό μιας βαθιάς πνευματικής σχέσεως με τον Θεό και με τον συνάνθρωπο. 

Η Εκκλησία αποτελεί ένα διδακτήριο αγάπης. Και όποιος αγαπά, γίνεται εφευρετικός στο να βρίσκει τρόπους να διακονεί και να προσφέρει. Μέσα στην Εκκλησία, όπως αναφέρει και η σημερινή Αποστολική περικοπή, «ο καθένας δίνει ό,τι του λέει η καρδιά του, χωρίς να στενοχωριέται η να εξαναγκάζεται, γιατί ο Θεός αγαπάει αυτόν που δίνει με ευχαρίστηση» (9:7). 

Η κοινωνική μας συμπεριφορά, λοιπόν, σχετίζεται άμεσα με την σχέση μας προς τον Θεό. Η σχέση μαζί Του μας καθιστά πλούσιους σε όλα και, κυρίως, μας μεταμορφώνει σε γενναιόδωρες υπάρξεις, οι οποίες μιμούνται την δική Του φιλανθρωπία (8:9) και οδηγούνται σε «καρπούς δικαιοσύνης» (9:10). 

Αυτή η «μεταμόρφωση» δεν αποτελεί μόνο προσωπική μας ελπίδα. Είναι και ελπίδα για ολόκληρο τον κόσμο: έναν κόσμο που καλείται να ανακαλύψει πως η κοινωνική δικαιοσύνη δεν οικοδομείται μόνο με νόμους και οικονομικούς σχεδιασμούς, αλλά αρχίζει από την καρδιά του ανθρώπου, όταν αυτή μάθει να βλέπει τον άλλον όχι ως ξένο, αλλά ως αδελφό. 

Ας καλλιεργήσουμε πνευματικά, λοιπόν, τις σχέσεις μας με τους αδελφούς μας. Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις μας με τον Θεό. Και ας είμαστε βέβαιοι πως, με αυτόν τον τρόπο, η ανθρώπινη κοινωνία θα μεταβάλλεται σταδιακά σε εικόνα της Βασιλείας του Θεού επί γης. 

Σχετικές δημοσιεύσεις