Κύριε Καρτερέ, η ύβρις δεν είναι δημοσιογραφία ούτε πολιτική γενναιότητα!

Όταν η πολιτική κριτική διολισθαίνει στον προσωπικό χαρακτηρισμό, δεν πλήττεται μόνο το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, αλλά και το ίδιο το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου.

Υπάρχουν όρια στην πολιτική αντιπαράθεση. Όρια που δεν καταργούνται ούτε από την ένταση των κομματικών διαφορών ούτε από την οξύτητα της δημοσιογραφικής πένας. Και όταν αυτά τα όρια παραβιάζονται, η αντίδραση δεν είναι απλώς δικαιολογημένη· είναι αναγκαία για την υπεράσπιση ενός στοιχειώδους πολιτικού πολιτισμού.

Ο Θανάσης Καρτερός, με το άρθρο του «Τελικά τι συμβαίνει με τον κ. Ανδρουλάκη;», επέλεξε, σύμφωνα με το απόσπασμα που έχει δημοσιοποιηθεί, να θέσει το ερώτημα «Τελικά ο Ανδρουλάκης είναι βλάκας;». Πρόκειται για μια διατύπωση που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια συνηθισμένη πολιτική διαφωνία. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αποτελεί επιχείρημα. Δεν τεκμηριώνει μια πολιτική θέση. Δεν αποδομεί μια στρατηγική. Αντιθέτως, μεταφέρει τη συζήτηση από τις πολιτικές επιλογές στην προσωπική απαξίωση.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πολιτικός αρχηγός. Οι επιλογές του κρίνονται, αμφισβητούνται και επικρίνονται. Δεν χρειάζονται, όμως, προσωπικές προσβολές για να αποδειχθεί ότι μια πολιτική στρατηγική είναι λανθασμένη. Χρειάζονται επιχειρήματα, στοιχεία, πολιτική ανάλυση και αντίλογος. Όποιος έχει ισχυρά επιχειρήματα δεν χρειάζεται να καταφεύγει σε χαρακτηρισμούς για να τα υπερασπιστεί.

Ο Καρτερός δεν είναι ένας αρθρογράφος χωρίς πολιτική διαδρομή. Έχει συνδεθεί με την πολιτική και επικοινωνιακή λειτουργία της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, καθώς διετέλεσε επικεφαλής του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού. Αυτή η διαδρομή δεν του αφαιρεί το δικαίωμα να ασκεί κριτική στο ΠΑΣΟΚ, στον Ανδρουλάκη ή σε οποιονδήποτε άλλο πολιτικό αρχηγό. Του προσδίδει, όμως, μια ιδιαίτερη πολιτική ευθύνη, όταν ο δημόσιος λόγος του αφορά πρόσωπα και δυνάμεις με τις οποίες ο ίδιος έχει βρεθεί στο ίδιο ευρύτερο πολιτικό πεδίο.

Γιατί άλλο πράγμα είναι να γράφεις ότι μια πολιτική επιλογή είναι αδιέξοδη, ότι μια τακτική είναι αντιφατική ή ότι μια ηγεσία κάνει λάθος υπολογισμούς. Και εντελώς διαφορετικό να διατυπώνεις έναν χαρακτηρισμό που πλήττει την προσωπικότητα του πολιτικού σου αντιπάλου. Η πρώτη στάση απαιτεί ανάλυση. Η δεύτερη προκαλεί εντυπώσεις, αλλά δεν προσφέρει τίποτε ουσιαστικό στην πολιτική συζήτηση.

Και εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: ποιον τελικά εξυπηρετεί μια τέτοια διατύπωση; Ενισχύει την επιχειρηματολογία του αρθρογράφου ή δίνει στον αντίπαλό του τη δυνατότητα να μεταφέρει τη συζήτηση από την ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης στον τρόπο με τον οποίο του επιτίθενται;

Η απάντηση είναι προφανής: οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί δεν υποκαθιστούν την πολιτική επιχειρηματολογία. Συχνά, μάλιστα, την αποδυναμώνουν.

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η στάση του Αλέξη Τσίπρα, στον οποίο αποδίδεται η δήλωση ότι δεν έχει χρησιμοποιήσει ανάλογους χαρακτηρισμούς εναντίον του Νίκου Ανδρουλάκη ή άλλων πολιτικών αντιπάλων του, προσθέτοντας πως, παρότι δέχεται ύβρεις, δεν απαντά, παρομοιάζοντας τον εαυτό του με «βουδιστή μοναχό». Η ακριβής διατύπωση και το πλαίσιο αυτής της δήλωσης χρειάζονται, βεβαίως, επιβεβαίωση από την πρωτογενή πηγή.

Εάν πράγματι αυτή είναι η θέση που εξέφρασε ο πρώην πρωθυπουργός, τότε ανακύπτει ένα ζήτημα πολιτικής συνέπειας: μπορεί κάποιος να επικαλείται την ανάγκη αυτοσυγκράτησης στον δημόσιο λόγο και, ταυτόχρονα, συνεργάτες ή άνθρωποι που συνδέονται πολιτικά μαζί του να χρησιμοποιούν εκφράσεις που ο ίδιος δηλώνει ότι αποφεύγει;

Δεν είναι δίκαιο να αποδίδεται αυτομάτως στον Αλέξη Τσίπρα η ευθύνη για κάθε διατύπωση του Καρτερού. Ούτε μπορεί, χωρίς αποδείξεις, να υποστηριχθεί ότι το συγκεκριμένο άρθρο γράφτηκε εν αγνοία του. Αυτά είναι διαφορετικά ζητήματα. Εκείνο που δικαιολογημένα μπορεί να απαιτηθεί είναι σαφήνεια ως προς τις αρχές που διέπουν τον πολιτικό διάλογο και συνέπεια ανάμεσα στις δημόσιες διακηρύξεις και στην πρακτική των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτόν.

Το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του δεν βρίσκονται υπεράνω κριτικής. Κανένα κόμμα και κανένας πολιτικός αρχηγός δεν δικαιούται να απαιτεί ασυλία από τον δημόσιο έλεγχο. Η δημοκρατία, άλλωστε, στηρίζεται ακριβώς στη δυνατότητα να αμφισβητούμε τις αποφάσεις, τις θέσεις και τις στρατηγικές εκείνων που μας εκπροσωπούν.

Αλλά η ελευθερία της γνώμης δεν σημαίνει ότι κάθε προσωπικός χαρακτηρισμός μετατρέπεται αυτομάτως σε ουσιαστική πολιτική κριτική. Η ελευθερία του λόγου προστατεύει και τον οξύ αντίλογο. Δεν απαλλάσσει, όμως, τον αρθρογράφο από την ευθύνη να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: ποια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση επικρίνει και με ποια επιχειρήματα;

Η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός προσβολών. Είναι σύγκρουση θέσεων, προγραμμάτων και αντιλήψεων για το μέλλον της χώρας.

Ο Θανάσης Καρτερός έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί με τον Νίκο Ανδρουλάκη. Έχει δικαίωμα να θεωρεί λανθασμένη τη στάση του απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα ή σε οποιαδήποτε νέα πολιτική πρωτοβουλία της Αριστεράς. Έχει δικαίωμα να γράψει ένα αυστηρό, ακόμη και καταπέλτη, άρθρο εναντίον του. Αυτό που οφείλει, όμως, να κάνει ένας δημοσιογράφος με την πολιτική του διαδρομή είναι να αποδεικνύει τη θέση του με επιχειρήματα και όχι να αφήνει έναν προσωπικό χαρακτηρισμό να επισκιάζει όσα θέλει να υποστηρίξει.

Και κάτι ακόμη: η απαίτηση για σεβασμό δεν αποτελεί απαίτηση σιωπής. Δεν ζητά κανείς να πάψουν οι δημοσιογράφοι να ελέγχουν τους πολιτικούς. Ζητά να τους ελέγχουν με τρόπο που να υπηρετεί την ουσία της συζήτησης και όχι την ευκολία της προσβολής.

Γιατί, στο τέλος της ημέρας, κανείς δεν κρίνεται από το πόσο βαριά λέξη χρησιμοποίησε για τον αντίπαλό του. Κρίνεται από το αν είχε κάτι ουσιαστικό να πει.

Κύριε Καρτερέ, η πολιτική διαφωνία δεν απαιτεί ευγένειες δημοσίων σχέσεων. Απαιτεί, όμως, επιχειρήματα, μέτρο και ευθύνη. Η αυστηρή κριτική είναι αναγκαία στη δημοκρατία. Η προσωπική απαξίωση δεν αποτελεί απόδειξη πολιτικής υπεροχής.

Και αν υπάρχει ένα πραγματικό δίδαγμα από αυτήν την αντιπαράθεση, είναι ότι ο δημόσιος λόγος δεν γίνεται ισχυρότερος όταν γίνεται προσβλητικότερος. Γίνεται ισχυρότερος όταν μπορεί να υπερασπιστεί τις θέσεις του χωρίς να χρειάζεται να μειώσει τον άνθρωπο στον οποίο απευθύνεται.

Αυτό οφείλουμε να απαιτούμε από όλους, ανεξαρτήτως κόμματος, ιδεολογίας ή πολιτικής διαδρομής. Γιατί η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από περισσότερες ύβρεις. Έχει ανάγκη από περισσότερα επιχειρήματα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ