Η πολιτική στο ναδίρ: Δεν αξίζει αυτή η εικόνα στη χώρα ενόψει των εκλογών – Δεν χρειάζεται λιγότερη πολιτική αντιπαράθεση – Χρειάζεται περισσότερη πολιτική αξιοπρέπεια

Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική αντιπαράθεση παύει να είναι πολιτική και μετατρέπεται σε μια θλιβερή παράσταση προσωπικών εγωισμών, προσβολών και αλληλοκατηγοριών. Το περιστατικό ανάμεσα στον Δημήτρη Κωνσταντόπουλο και την Άννα Παπαδοπούλου, όπως περιγράφεται από τις δημόσιες τοποθετήσεις των δύο πλευρών, είναι μία από αυτές τις στιγμές. Και το ερώτημα που γεννά δεν αφορά μόνο τους δύο πρωταγωνιστές. Αφορά συνολικά την κατάσταση της πολιτικής μας ζωής.

Δεν μπορούμε να οδηγηθούμε στις επόμενες εκλογές με αυτή την πολιτική κατάσταση. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τους πολίτες να εμπιστευτούν το πολιτικό σύστημα, όταν η δημόσια συζήτηση διολισθαίνει σε προσωπικές επιθέσεις, απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και καταγγελίες που μεταφέρονται από τα τηλεοπτικά στούντιο στις δικαστικές αίθουσες. Δεν μπορούμε να μιλάμε για πολιτικό πολιτισμό, δημοκρατικό διάλογο και ανανέωση, όταν η εικόνα που εκπέμπεται είναι αυτή μιας διαρκούς σύγκρουσης χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Αυτό που παρακολουθήσαμε, ανεξάρτητα από την τελική δικαστική αξιολόγηση όσων καταγγέλλονται ότι συνέβησαν εκτός τηλεοπτικού αέρα, είναι πολιτικά μίζερο και ανθρώπινα απαράδεκτο.

Η πολιτική αντιπαράθεση είναι θεμιτή. Είναι, μάλιστα, απαραίτητη σε μια δημοκρατία. Οι διαφωνίες, οι σκληρές κριτικές, ακόμη και οι έντονες συγκρούσεις για τις ιδέες, τις επιλογές και τις ευθύνες των πολιτικών προσώπων αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας ζωής. Όμως άλλο πράγμα η πολιτική κριτική και άλλο η προσωπική απαξίωση. Άλλο η υπεράσπιση των πολιτικών σου απόψεων και άλλο η συμπεριφορά που, σύμφωνα με την καταγγελία της Άννας Παπαδοπούλου, ξεπέρασε τα όρια της λεκτικής αντιπαράθεσης και έγινε εκφοβιστική.

Οι καταγγελίες αυτές είναι σοβαρές και πρέπει να εξεταστούν με τη δέουσα προσοχή από τη Δικαιοσύνη. Η δικαστική κρίση δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τηλεοπτικά πάνελ, δημόσιες αναρτήσεις ή κομματικές ανακοινώσεις. Ούτε, όμως, η επίκληση της πολιτικής αντιπαράθεσης μπορεί να αποτελεί άλλοθι για συμπεριφορές που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η συγγνώμη έχει αξία όταν συνοδεύεται από ανάληψη ευθύνης και ειλικρινή αναγνώριση των ορίων που δεν πρέπει να ξεπερνιούνται. Και η καταγγελία οφείλει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα, χωρίς εκ των προτέρων καταδίκες αλλά και χωρίς υποβάθμιση της σημασίας της.

Ας αναρωτηθούμε, όμως, τι μήνυμα εκπέμπεται στην κοινωνία από μια τέτοια αντιπαράθεση. Τι μπορεί να περιμένει ένας νέος άνθρωπος από την πολιτική, όταν βλέπει ότι οι δημόσιες συζητήσεις εξαντλούνται σε προσωπικές αιχμές; Τι μπορεί να αισθανθεί ένας πολίτης που αγωνιά για την ακρίβεια, την εργασία, τη δημόσια υγεία, την παιδεία και την ασφάλειά του, όταν οι πολιτικοί πρωταγωνιστές μοιάζουν περισσότερο απασχολημένοι με το ποιος θα προσβάλει περισσότερο τον αντίπαλό του παρά με το ποιος θα παρουσιάσει μια πειστική πρόταση για το αύριο;

Αυτή είναι η πραγματική πολιτική μιζέρια: η υποχώρηση της ουσίας μπροστά στον θόρυβο.

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε ένα κόμμα ή σε δύο συγκεκριμένα πρόσωπα. Αφορά μια ευρύτερη κουλτούρα δημόσιου λόγου, στην οποία η ένταση συχνά υποκαθιστά το επιχείρημα και η προσωπική σύγκρουση γίνεται θέαμα. Τα τηλεοπτικά στούντιο δεν μπορεί να μετατρέπονται σε αρένες, ούτε η πολιτική παρουσία να μετριέται με βάση την ικανότητα κάποιου να φωνάζει περισσότερο, να ειρωνεύεται πιο επιθετικά ή να προκαλεί μεγαλύτερη αναστάτωση.

Η ευθύνη των κομμάτων είναι, συνεπώς, μεγάλη. Δεν αρκεί να επικαλούνται γενικά και αόριστα την ανάγκη για ήπιο πολιτικό κλίμα. Οφείλουν να αποδεικνύουν στην πράξη ότι διαθέτουν κανόνες, αρχές και αντανακλαστικά. Να αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα τις καταγγελίες, να μην καλύπτουν συμπεριφορές για λόγους κομματικής σκοπιμότητας και να μην υιοθετούν δύο μέτρα και δύο σταθμά ανάλογα με το ποιος είναι ο καταγγελλόμενος. Η πολιτική αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο από τις θέσεις που διατυπώνονται, αλλά και από τα όρια που κάθε πολιτικός χώρος είναι διατεθειμένος να υπερασπιστεί.

Το ίδιο ισχύει και για τα πολιτικά πρόσωπα που επιλέγουν να αποχωρήσουν από έναν κομματικό χώρο και να ενταχθούν σε έναν άλλο. Η πολιτική μετακίνηση είναι δικαίωμα και μπορεί να αποτελεί συνειδητή επιλογή. Μπορεί να κριθεί πολιτικά, να αμφισβητηθεί και να αποτελέσει αντικείμενο αυστηρής κριτικής. Δεν δικαιολογεί, όμως, την προσωπική εχθρότητα ούτε την απαξίωση του συνομιλητή. Η δημοκρατία προϋποθέτει την αποδοχή ότι ο πολιτικός αντίπαλος παραμένει ισότιμος συνομιλητής, ακόμη και όταν διαφωνούμε ριζικά μαζί του.

Το ίδιο αυτονόητη πρέπει να είναι και η καταδίκη κάθε μορφής βίας ή εκφοβισμού, ιδίως όταν μια γυναίκα καταγγέλλει ότι βρέθηκε αντιμέτωπη με τέτοια συμπεριφορά. Η ισότητα και ο σεβασμός δεν είναι συνθήματα που χρησιμοποιούνται όταν εξυπηρετούν την πολιτική μας επιχειρηματολογία. Είναι αρχές που δοκιμάζονται ακριβώς στις δύσκολες στιγμές, όταν η ένταση ανεβαίνει και οι προσωπικές αντιπαραθέσεις ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο.

Μπροστά στις επόμενες εκλογές, η χώρα χρειάζεται κάτι εντελώς διαφορετικό. Χρειάζεται πολιτικό λόγο με περιεχόμενο, συγκεκριμένες προτάσεις, ουσιαστική αντιπαράθεση και ανθρώπους που μπορούν να διαφωνούν χωρίς να εξευτελίζουν. Χρειάζεται κόμματα που θα συζητούν για την οικονομία, το κοινωνικό κράτος, τις ανισότητες, τη θεσμική λειτουργία, την καθημερινότητα των πολιτών και το μέλλον των επόμενων γενεών. Χρειάζεται μια πολιτική που θα εμπνέει εμπιστοσύνη αντί να τροφοδοτεί την απογοήτευση.

Γιατί η αποχή, η απαξίωση των θεσμών και η αίσθηση ότι «όλοι ίδιοι είναι» δεν γεννιούνται στο κενό. Τροφοδοτούνται και από τέτοιες εικόνες, όταν η δημόσια ζωή δίνει την εντύπωση ότι έχει χάσει την επαφή της με τις πραγματικές αγωνίες της κοινωνίας.

Δεν είναι υπερβολή, λοιπόν, να πούμε ότι δεν μπορούμε να πάμε στις εκλογές με αυτό το πολιτικό κλίμα. Όχι επειδή πρέπει να σταματήσει η αντιπαράθεση, ούτε επειδή πρέπει να φιμωθεί η κριτική. Αλλά επειδή οφείλουμε να αλλάξουμε το επίπεδο και το περιεχόμενό της. Να ξαναβάλουμε την πολιτική εκεί όπου πραγματικά ανήκει: στις ιδέες, στις λύσεις, στις ευθύνες και στο δημόσιο συμφέρον.

Το περιστατικό Κωνσταντόπουλου – Παπαδοπούλου πρέπει να αποτελέσει αφορμή προβληματισμού, όχι ακόμη ένα επεισόδιο που θα ξεχαστεί μόλις σβήσουν τα φώτα των τηλεοπτικών στούντιο. Η Δικαιοσύνη θα κρίνει όσα της αναλογούν. Η πολιτική, όμως, οφείλει να κρίνει τον εαυτό της.

Δεν χρειάζεται λιγότερη πολιτική αντιπαράθεση. Χρειάζεται περισσότερη πολιτική αξιοπρέπεια.

Γιατί μια χώρα δεν έχει ανάγκη από περισσότερους καβγάδες, περισσότερες προσβολές και περισσότερες δημόσιες συγγνώμες που ακολουθούνται από νέες κατηγορίες. Έχει ανάγκη από πολιτικούς που κατανοούν ότι η εξουσία, η δημόσια παρουσία και ο πολιτικός λόγος συνοδεύονται από ευθύνη.

Και αν θέλουμε οι επόμενες εκλογές να αποτελέσουν πραγματικά μια ευκαιρία για αλλαγή, τότε πρέπει να ξεκινήσουμε από το αυτονόητο: να απαιτήσουμε μια πολιτική ζωή καλύτερη από αυτήν που παρακολουθούμε σήμερα. Γιατί η κοινωνία αξίζει περισσότερα. Και η δημοκρατία αξίζει πολύ περισσότερα από μια ατελείωτη, θλιβερή και ανθρώπινα απαράδεκτη αντιπαράθεση.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ

Σχετικές δημοσιεύσεις