Πιο συγκεκριμένα, η Moody’s αναβάθμισε απόψε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας την πιστοληπτική αξιολόγηση στη βαθμίδα Baa3. Η απόφαση της Moody’s αποτελεί την τρίτη αλλαγή προοπτικών της Ελλάδας σε θετικές μέσα σε περίπου ένα μήνα, μετά την R&I στις 17 Αυγούστου και την DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου.
Από την πλευρά της, λίγο νωρίτερα, η Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ από BBB, με σταθερές προοπτικές, αναδεικνύοντας την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Οι δύο αποφάσεις, που έρχονται να προστεθούν στις πρόσφατες θετικές κινήσεις άλλων οίκων, εστιάζουν στη σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, στην ανθεκτικότητα της οικονομίας και στην πρόοδο των μεταρρυθμίσεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών χρέους, στην ενίσχυση των επενδύσεων και στη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης, στοιχεία που -σύμφωνα με τους οίκους- αλλάζουν σταδιακά το οικονομικό προφίλ της χώρας.
Η διπλή αναβάθμιση έρχεται να ενισχύσει την εικόνα επιστροφής της Ελλάδας σε καθεστώς αυξημένης αξιοπιστίας στις διεθνείς αγορές, με την κυβέρνηση να κάνει λόγο για επιβεβαίωση της πορείας δημοσιονομικής σταθερότητας, ανάπτυξης και μεταρρυθμίσεων.
Σε δήλωσή του, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε:
«Η Ελλάδα αναβαθμίζεται σήμερα δύο φορές, από δύο διαφορετικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης, σε μια στιγμή που οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται. Και αυτό έχει τεράστια αξία. Οι αποφάσεις αυτές αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και αξιοπιστία. Επιβεβαιώνουν τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, την ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την άνοδο των επενδύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων.
Αναδεικνύουν, όμως, και μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή μας. Να αξιοποιούμε τη δημοσιονομική πρόοδο για να μειώνουμε ταχύτερα το δημόσιο χρέος, προχωρώντας σε πρόωρες αποπληρωμές. Αυτή η στρατηγική ενισχύει τη θέση της Ελλάδας και την κάνει πιο ανθεκτική απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις.
Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα. Οι σημερινές αποφάσεις, όπως και η επιστροφή του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στις ανεπτυγμένες αγορές, είναι σημαντικές κατακτήσεις μιας πορείας που πρέπει να συνεχίσουμε. Με δημοσιονομική συνέπεια, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν καλύτερα αμειβόμενες δουλειές και υψηλότερα εισοδήματα για τους πολίτες».
Από την πλευρά του, ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Παπαθανάσης υπογράμμισε ότι οι σημερινές ανακοινώσεις των οίκων Moody’s και Scope Ratings αποτελούν ακόμα μια διεθνή αναγνώριση των αντοχών και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας.
Και συνέχισε: «Μια ακόμα πιστοποίηση της ορθότητας της αναπτυξιακής οικονομικής πολιτικής με κοινωνικό πρόσημο και δημοσιονομική σοβαρότητα που πιστά ακολουθούν οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μια ακόμα ψήφο εμπιστοσύνης στη μεταρρυθμιστική πολιτική που υλοποιείται και στο μετρήσιμο αποτέλεσμα που επιφέρει, ενισχύοντας ταυτόχρονα περαιτέρω την ίδια την αξιοπιστία της χώρας.
Η Ελλάδα, έχοντας πλέον εδραιώσει τη θέση της εντός της επενδυτικής βαθμίδας, παρά τους αντίθετους ανέμους που πνέουν διεθνώς, στον αντίποδα των κραδασμών που δέχονται ακόμα και παραδοσιακά ισχυρές οικονομίες της υπόλοιπης Ευρώπης, μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής σταθερότητας, επιδεικνύει αξιοσημείωτη αντοχή και υγιή θεμελιώδη μεγέθη. Γεγονός που με τη σειρά του, επιτρέπει τη δημιουργία αναχωμάτων και τη συνέχιση της στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στις επιπτώσεις που δημιουργούν η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η ενεργειακή ρευστότητα.
Ωστόσο, δεν εφησυχάζουμε. Έχοντας πλήρη επίγνωση των δυσκολιών και του έργου που έχουμε μπροστά μας, με την ίδια σύνεση και αποτελεσματικότητα, επιταχύνουμε την υλοποίηση των μεγάλων αλλαγών που χρειάζεται ο τόπος. Αξιοποιούμε στο μέγιστο βαθμό, κάθε διαθέσιμο ευρώ από τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους που εξασφαλίσαμε. Συμβάλλοντας παράλληλα, από θέση ισχύος, στις αλλαγές που απαιτούνται σε επίπεδο Ε.Ε.
Στόχος μας παραμένει η περαιτέρω ενίσχυση μιας δυναμικής και ανθεκτικής οικονομίας, η στήριξη της επιχειρηματικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας, η προσέλκυση ακόμα περισσότερων ποιοτικών επενδύσεων, η δημιουργία ακόμα περισσότερων θέσεων εργασίας, η συνέχιση της μετατροπής του μερίσματος της ανάπτυξης σε κοινωνικό μέρισμα, τελικά, η μετουσίωση της συλλογικής προόδου σε ατομική ευημερία για κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα».
Οι επισημάνσεις του οικονομικού επιτελείου για την αναβάθμιση από την Scope
Η Scope δίνει ιδιαίτερη σημασία στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, το οποίο εκτιμά ότι θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με τη μείωση να υποστηρίζεται και από τις περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές. Ο οίκος προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση περίπου στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους, οι μεγάλες διάρκειες και ο χαμηλός κίνδυνος αναχρηματοδότησης ενισχύουν τη βιωσιμότητά του.
Στην έκθεσή του, ο ίδιος οίκος επισημαίνει επίσης ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας παραμένει πολύ ισχυρή. Για το 2025 καταγράφει γενικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ εκτιμά ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας θα παραμείνουν μεταξύ των ισχυρότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εκτενής αναφορά γίνεται στη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης μέσω των θεσμικών μεταρρυθμίσεων και της ψηφιοποίησης, που, σύμφωνα με τη Scope, έχει ενισχύσει ουσιαστικά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Παράλληλα, η Scope διαπιστώνει σημαντική ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας. Η πραγματική ανάπτυξη διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην ΕΕ, ενώ η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, στον τουρισμό, στην άνοδο των επενδύσεων, στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων.
Η Scope αξιολογεί επίσης ως ισχυρούς τους παράγοντες διακυβέρνησης της χώρας, επισημαίνοντας το σταθερό θεσμικό πλαίσιο, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και τις βελτιώσεις στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογική διοίκηση, στην ψηφιοποίηση και στην αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα.




