Τις τελευταίες ημέρες επικρατεί στην Ευρώπη μια κάποια σύγχυση. Η μεγάλη ανατροπή που έφερε το AfD στη Σαξονία αποτελεί θρίαμβο της Ακροδεξιάς. Για να είμαστε ειλικρινής, η νίκη αυτή δεν αποτέλεσε έκπληξη για κανέναν. Έκπληξη (ή μάλλον αμηχανία) προκάλεσε το πλήρες μέγεθος της νίκης αυτής. Ένα κόμμα με αμφίβολων αρχών υποψήφιους και επιβεβαιωμένες επαφές με τη Μόσχα απέσπασε το 44% της λαϊκής ψήφου. Η άνοδος, λοιπόν, της Ακροδεξιάς δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί, να υποτιμηθεί ή να υποβαθμιστεί.
Κάθε λέξη που χρησιμοποιώ εδώ αποτελεί ένα στάδιο αντιμετώπισης της κατάστασης από το εδραιωμένο πολιτικό σύστημα. Όταν οι αριθμοί άρχισαν να αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις, το ρήμα που πήρε την επικοινωνιακή σειρά του ήταν το “να εμποδιστεί”. Σε πιο χαμηλούς τόνους, το στάδιο αυτό περιλάμβανε και κάποιες παραχωρήσεις στο μεγάλο όπλο του AfD, δηλαδή στην αποτυχία της μεταναστευτικής πολιτικής και ενσωμάτωσης. Ανεπαρκές, εν τέλει, διότι η συντριπτική νίκη καθιστά σαφές ότι ο κώδωνας κινδύνου που έκρουε το Βερολίνο εκληφθεί από τους Ανατολικογερμανούς ως ξεκάθαρα βολικός για τα συμφέροντα ενός κέντρου εξουσίας που θεωρεί τα προβλήματά τους άνευ σημασίας. Η αντίληψη αυτή είναι ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Πώς μπορεί όμως να εξηγηθεί το φαινόμενο αυτό;
Αποτελεί μόδα να αναγνωρίζεται στην άνοδο της Ακροδεξιάς απλά μία επιστροφή του φασισμού, ή γενικότερα του ολοκληρωτικού πνεύματος, στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Μία τέτοια προσέγγιση δεν, είναι απλά απλουστευτική αλλά και κάπως αφελής. Η μεγάλη λέξη της εποχής μας δεν είναι ο ρατσισμός ή η απολυταρχία. Είναι ο αντισυστημισμός. Η δε ρίζα του είναι πολύ βαθύτερη από ότι φαίνεται.
Προσωπικά, αποδίδω την κατάσταση αυτή στον έμφυτο διπολισμό που κυριαρχεί στη σημερινή σκέψη του δυτικού κόσμου. Καταρχάς, οι κοινωνικές ελευθερίες κατοχυρώθηκαν ως αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμένου κράτους. Έμφαση δόθηκε στην αυταξία του ίδιου του ανθρώπου και των απόψεών του, ενώ θεωρήθηκε δεδομένο ότι εξ’ αυτού δικαιούται να μετέχει σε όλα τα αγαθά της κοινωνίας. Αυτό αποτελεί και τη βάση του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, αναπόσπαστο κομμάτι της αντίληψης του Ευρωπαίου για τον εαυτό του (σίγουρα) και για τους άλλους (πιθανώς).
Αυτό το ευ ζην συμπλήρωσε το καπιταλιστικό σύστημα, αφενός με την παροχή ευκαιριών στο άτομο για να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση και αφετέρου με την παροχή ανεξάντλητων αγαθών για να τα αποκτήσει με αυτή. Ο ατομικισμός διαμορφώθηκε σταδιακά αλλά ισορροπημένα. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, η ισορροπία αυτή κατέρρευσε. Η ελεύθερη αγορά, με τις μεγάλες της αξιώσεις από το άτομο, απαίτησε σε κάθε περίπτωση και πάνω από όλα να είναι ένα αποτελεσματικό και παραγωγικό μέλος της. Το αποτέλεσμα ήταν οι δύο όψεις της ζωής μας, οι οποίες κατάφεραν για αρκετές δεκαετίες να συνυπάρξουν (αρμονικά ή όχι), να έρθουν σε μετωπική σύγκρουση, καθώς η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας απομάκρυνε την αγορά από την ανάγκη να δεσμεύεται για τον σεβασμό του ατόμου, ο οποίος μπορούσε να παρακολουθείται με μια μεγαλύτερη συνέπεια σε εθνικό επίπεδο.
Αποτέλεσμα του διττού μηνύματος ήταν ένας εκχυδαϊσμός. Το άτομο δικαιούται ό,τι καλύτερο και κάθε ευκαιρία, είναι μοναδικό και σεβαστό ως προσωπικότητα. Αλλά, ταυτόχρονα, το πραγματικό μέτρο της αξίας του είναι η δυνατότητά του να μετέχει στην κοινωνική ευημερία. Σε αυτό τον παραλογισμό συνέβαλαν δεόντως τα μέσα μαζικής δικτύωσης, στα οποία οι «τυχεροί» μπορούν πλέον να διαφημίζουν έναν τρόπο ζωής πάνω από τα μέτρα του μέσου ανθρώπου. Μας επέτρεψαν να γίνουμε εισβολείς ο ένας στη ζωή του άλλου και επιδρομείς της ευτυχίας, την οποία είτε επιδιώκουμε να διατυμπανίσουμε είτε (όταν συνειδητοποιούμε ότι των άλλων είναι καλύτερη) να μειώσουμε.
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι το ανώτατο αγαθό που διαθέτει ο ίδιος αλλά η κοινωνία στην οποία ζει φαίνεται να δίνει μεγαλύτερη σημασία στην παραγωγή και την κατανάλωση αγαθών και εμπειριών, τότε το μόνο που έμεινε είναι ένας κενός περιεχομένου και ουσίας ηδονικός αμοραλιστής του οποίου μοναδικός στόχος είναι να υφαρπάξει για τον εαυτό του όσο μεγαλύτερο μέρος της υλικής ευημερίας δύναται. Αυτό που ο Νίτσε αποκαλεί «ο Τελευταίος Άνθρωπος». Αυτό ήταν το κυρίαρχο ανθρώπινο μοντέλο το οποίο η οικονομική κρίση, η μετανάστευση, η τρομοκρατία, ο κορονοϊός και ο πόλεμος στην Ουκρανία ξύπνησαν απότομα. Ξαφνικά, ο άνθρωπος αντιλήφθηκε ότι δεν μπορεί μόνος να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που τον απειλούν ενώ, παράλληλα, έβλεπε το πολιτικό σύστημα να είναι εξίσου μπερδεμένο και αμήχανο με τον ίδιο.
Η ευδιάκριτη διολίσθηση της κοινωνίας σε μια ασόβαρη υλιστική αδιαφορία, ακολουθούμενη από μια περίοδο τεράστιας δοκιμασίας, ήρθε σε σύγκρουση με έναν πληθυσμό που επιθυμεί και πάλι να πιστέψει σε ιδέες. Και σε καιρούς τέτοιας αστάθειας και ανασφάλειας, τη μεγαλύτερη έλξη ασκούν ιδέες με σαφή βάση: την εθνική υπερηφάνεια και τη θρησκεία. Η μετανάστευση, η οικονομική δυσπραγία του ακραίου καπιταλισμού, οι καινές ηθικές αξίες. Όλα αυτά εμφανίζονται ως απειλές για αυτή την (φαινόμενη ως τελευταία) διέξοδο. Το κράτος, για τους «αντισυστημικούς» αποτελεί απαύγασμα αυτής της διολίσθησης, απλό όχημα συμφερόντων. Ο λόγος δε για τον οποίο πολλοί ειδικοί αντιστέκονται σε αυτό το χαρακτηρισμό είναι επειδή αδυνατούν να αντιληφθούν ότι οι κοινωνικοπολιτικές αλλαγές επέφεραν μία ξεκάθαρη αλλαγή στο τι πλέον θεωρείται σύστημα και στο τι είναι εναντίον του. Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι έχουν βρεθεί οι ίδιοι στη θέση του συστήματος το οποίο δήλωναν ότι πολεμούσαν, όντας νεότεροι.
Η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν αφορά μόνο μία γενικότερη αντίθεση στη μετανάστευση, μια επιστροφή στη μισαλλοδοξία και το σκοταδισμό. Ούτε είναι ένα απλό αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Ζούμε σε μία εποχή αμφισβήτησης των θεσμών και του τρόπου ζωής. Βασικές γνώσεις και προκαταλήψεις που ήταν κοινοί τόποι της πολιτικής αντίληψης, δεν είναι πλέον ακριβείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ότι οι ηλικιωμένοι, παραδοσιακά θεωρούμενοι ως οι πλέον συντηρητικοί και ευάλωτοι σε θεωρίες συνωμοσίας, ήταν από τις ομάδες που στήριξαν λιγότερο το AfD. Πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι ανήσυχοι νέοι και οι εργάτες.
Η εποχή της αμφισβήτησης συνδέεται με το γενικότερο αίσθημα του ανικανοποίητου, το οποίο καλύπτει την εποχή μας. Αυτό το αίσθημα θρέφει την Ακροδεξιά. Ένα γενικότερο αίσθημα ότι η πολιτική ηγεσία, προερχόμενη από μία κάστα επαγγελματιών ιδεολόγων και γραφειοκρατών, υποτιμά τους προβληματισμούς ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας, απλά και μόνο επειδή αυτοί οι προβληματισμοί δεν ταιριάζουν στο φιλελεύθερο προφίλ με το οποίο η Ευρώπη ήθελε να πιστεύει ότι ταυτίζεται.
Οι εξελίξεις στη Σαξονία θα συμπαρασύρουν το Βερολίνο σε ένα βαθμό. Είναι βέβαιο ότι το ζήτημα του AfD αποτελεί βαθύτατα γερμανικό σύμπτωμα. Είναι επίσης βέβαιο ότι οι συνθήκες που το ενίσχυσαν (και θεωρώ θα το ενισχύσουν και άλλο) είναι πανευρωπαϊκές. Το αληθινό ερώτημα είναι αν αποτελούν, λοιπόν, προοοικονομία μιας ευρύτερης αλλαγής στο πολιτικό κλίμα της Ευρώπης. Το σίγουρο είναι ότι οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. δεν δύνανται πλέον, για λόγους πολιτικής και οικονομικής σκοπιμότητας, να στρουθοκαμηλίζουν για τα προβλήματα της κοινωνίας, κάνοντας απλά λόγο για γραφικότητα. Διότι οι γραφικοί αυξάνονται και φέρνουν σε δυσάρεστα προβλήματα, τις δικές τους δυσάρεστες λύσεις.
* Δημήτριος Τσιακανίκας, Δικηγόρος Αθηνών
www.dikastiko.gr




