ΔηΠεΘε Αγρινίου: Η τέχνη, οι αναθέσεις και η σχέση με την πόλη – Γράφει ο Στέλιος Μερμίγκης 

Η αλλαγή του λογοτύπου του ΔηΠεΘε Αγρινίου προκάλεσε έντονες συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην τοπική κοινωνία. Πολλοί πολίτες έθεσαν εύλογα ερωτήματα: Ποια ήταν η ανάγκη της αλλαγής; Ποιο ήταν το κόστος; Με ποιες διαδικασίες έγινε η επιλογή; Ποια ήταν τα κριτήρια για το νέο σήμα; Και γιατί εγκαταλείφθηκε πλήρως η αισθητική και συμβολική σύνδεση με το προηγούμενο λογότυπο, σαν να επιχειρείται η διαγραφή κάθε δεσμού με την ιστορία του θεσμού;

Δυστυχώς, τα ερωτήματα αυτά δεν απαντήθηκαν ποτέ με σαφήνεια.Αντιθέτως, η δημόσια τοποθέτηση του προέδρου του ΔηΠεΘε Αγρινίου, Ανδρέα Σκαρτσάρη, ήταν ότι τέτοιου είδους ζητήματα δεν αποτελούν θέματα μείζονος σημασίας και ότι το θέατρο κρίνεται από το καλλιτεχνικό του αποτύπωμα, τις παραστάσεις του και την αποδοχή τους από το κοινό.

Από τη συγκεκριμένη απάντηση προκύπτει ότι η διοίκηση δεν επιθυμεί να υπερασπιστεί ούτε την αισθητική επιλογή του νέου λογοτύπου ούτε την αναγκαιότητα της αλλαγής του. Εφόσον, λοιπόν, το βασικό κριτήριο αξιολόγησης είναι το καλλιτεχνικό έργο, αξίζει να εξετάσουμε την πιο πρόσφατη μεγάλη παραγωγή του οργανισμού: την παράσταση «Ελιά – Καπνός – Παναιτωλικός».

Υπάρχουν φορές που μια καλλιτεχνική παραγωγή δεν κρίνεται από τις προθέσεις της, αλλά από το αποτύπωμα που αφήνει. Και όταν το θέμα αγγίζει κάτι τόσο βαθιά ριζωμένο στην ταυτότητα της πόλης, όπως ο Παναιτωλικός, τότε το αποτέλεσμα δεν αποτελεί απλώς ένα πολιτιστικό γεγονός· αφορά ολόκληρη την κοινωνία.

Μιλάμε για μια παραγωγή με συνολικό προϋπολογισμό που αγγίζει τις 80.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, και με δώδεκα προγραμματισμένες παραστάσεις. Ένα εγχείρημα που, θεωρητικά, θα έπρεπε να συσπειρώσει και να ενώσει την πόλη. Ωστόσο, η εικόνα που διαμορφώθηκε ήταν διαφορετική. Παρά τη δυναμική του θέματος και τον συμβολισμό του, η ανταπόκριση του κοινού υπήρξε περιορισμένη. Και το ερώτημα προκύπτει αβίαστα. Πώς γίνεται ένα έργο αφιερωμένο στον Παναιτωλικό να μη βρει τη στήριξη και τη συμμετοχή που θα περίμενε κανείς από την ίδια την πόλη;

Μια προσεκτικότερη ματιά στα στοιχεία ίσως δίνει απαντήσεις.

Η παραγωγή δεν υλοποιήθηκε μέσω μιας ενιαίας σύμβασης, αλλά μέσα από ένα πλέγμα επιμέρους απευθείας αναθέσεων που αφορούσαν:τη συγγραφή του έργου,
την οργάνωση της παράστασης,
συμβουλευτικές υπηρεσίες για τη «σύνδεση με την τοπική κοινωνία»,
προμήθειες σκηνικών και εξοπλισμού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάθεση συμβουλευτικών υπηρεσιών ύψους 7.440 ευρώ με ΦΠΑ, με αντικείμενο τη σύνδεση της παραγωγής με την τοπική κοινωνία. Και εδώ εμφανίζεται μια σημαντική αντίφαση. Ενώ η παράσταση επικαλείται την ιστορία, τη μνήμη και την ταυτότητα του τόπου, σχεδόν το σύνολο των αναθέσεων και των προμηθειών φαίνεται να κατευθύνεται εκτός Αγρινίου.Εταιρείες εκτός πόλης.
Προμηθευτές εκτός πόλης.

Ακόμη και για βασικά στοιχεία της παραγωγής, όπως ο χλοοτάπητας και η πολυθρόνα που χρησιμοποιήθηκαν στα σκηνικά, δεν προκύπτει συμμετοχή της τοπικής αγοράς.

Έτσι γεννιέται ένα απλό αλλά ουσιαστικό ερώτημα: Από μια παραγωγή κόστους σχεδόν 80.000 ευρώ, πόσο από αυτό το ποσό επέστρεψε πραγματικά στην τοπική οικονομία; Παράλληλα, καταγράφονται δαπάνες για άυλες υπηρεσίες, όπως η «κοινωνική χαρτογράφηση» και η «συλλογή μαρτυριών». Πρόκειται για υπηρεσίες που, από τη φύση τους, προϋποθέτουν τεκμηρίωση και μετρήσιμο αποτέλεσμα.Πού αποτυπώνεται αυτή η εργασία;
Ποια είναι τα παραδοτέα;
Με ποιον τρόπο αξιοποιήθηκε το υλικό που συγκεντρώθηκε;
Πώς μεταφράστηκε σε καλλιτεχνικό αποτέλεσμα;

Όταν δημόσιοι πόροι διατίθενται για συγκεκριμένες υπηρεσίες, το ελάχιστο που δικαιούνται οι πολίτες είναι η διαφάνεια ως προς την υλοποίηση και την αποτελεσματικότητά τους. Τελικά, το ζήτημα δεν είναι αν η παράσταση άρεσε ή δεν άρεσε. Ούτε αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις καλλιτεχνικές επιλογές των συντελεστών. Τα πραγματικά ερωτήματα είναι άλλα:Πώς γίνεται μια παραγωγή αυτού του κόστους να μην καταφέρνει να κινητοποιήσει το ίδιο το κοινό στο οποίο απευθύνεται;
Πώς γίνεται να μιλάς για μια πόλη χωρίς η ίδια η πόλη να συμμετέχει ουσιαστικά στη διαδικασία;
Και τελικά, ποιο είναι το πραγματικό αποτύπωμα ενός τέτοιου έργου;

Η τέχνη δεν επιβάλλεται. Δεν μετριέται μόνο με προϋπολογισμούς, αναθέσεις και δελτία τύπου. Μετριέται από την απήχηση που έχει στην κοινωνία, από τη σχέση που χτίζει με τους ανθρώπους και από τη δυνατότητά της να αφήνει ένα ζωντανό ίχνος στον τόπο που επικαλείται. Όταν, όμως, σε ένα έργο αυτού του μεγέθους παραμένουν περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις, τότε η συζήτηση παύει να είναι αποκλειστικά καλλιτεχνική. Γίνεται ζήτημα διαχείρισης, λογοδοσίας και διαφάνειας.

Και αυτά είναι ζητήματα που, αργά ή γρήγορα, απαιτούν απαντήσεις.

Δεν χρειάζεται να προστεθεί κάτι περισσότερο. Αρκεί κανείς να μελετήσει τα διαθέσιμα στοιχεία στη «Διαύγεια» και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα.

Σχετικές δημοσιεύσεις