Η απόφαση του Νίκου Ανδρουλάκη να προτείνει τον Γιάννη Βαρδακαστάνη για τη θέση του γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ συνιστά μια επιλογή που προκαλεί εύλογο προβληματισμό σε πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο.
Κανείς δεν αμφισβητεί τη διαδρομή, την προσωπική δύναμη και τη συμβολή του κ. Βαρδακαστάνη, ιδιαίτερα στον χώρο των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία. Ωστόσο, η πολιτική δεν είναι μόνο ζήτημα ηθικού συμβολισμού ή προσωπικής ιστορίας· είναι κυρίως ζήτημα δυναμικής, προοπτικής και ικανότητας να σηματοδοτείς αλλαγή. Και σε αυτό το επίπεδο, η συγκεκριμένη επιλογή δείχνει να υπολείπεται.
Σε μια περίοδο όπου το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να ανακτήσει τον ρόλο του ως βασικός πόλος εξουσίας, η ανάγκη για πρόσωπα που εκπέμπουν ανανέωση, πολιτική αιχμή και σαφές στίγμα είναι επιτακτική. Αντί αυτού, η επιλογή Βαρδακαστάνη μοιάζει περισσότερο με μια κίνηση εσωστρέφειας, χωρίς το απαιτούμενο πολιτικό εκτόπισμα που θα μπορούσε να κινητοποιήσει ευρύτερα ακροατήρια ή να ανατρέψει τις ισορροπίες.
Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο ανακοινώθηκε η πρόταση —χωρίς προεργασία, χωρίς διαβούλευση και με αιφνιδιασμό ακόμη και των κορυφαίων στελεχών του κόμματος— εντείνει την αίσθηση πολιτικής αμηχανίας. Η ηγεσία ενός κόμματος που φιλοδοξεί να διεκδικήσει την πρωτιά δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους κλειστών αποφάσεων, ιδίως όταν αυτές αφορούν καίριες θέσεις.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η σημερινή (Κυριακή 26/4/2026) ρητορική του κ. Ανδρουλάκη, στην ομιλία του στημ Κεντρική Επιτροπή ,η οποία, σε αντίθεση με προηγούμενες παρεμβάσεις του —όπως εκείνες για το κράτος δικαίου— εμφανίζεται αποδυναμωμένη και χωρίς σαφή προσανατολισμό. Η επίκληση μορφών όπως ο Γιώργος Γεννηματάς δεν αρκεί για να προσδώσει πολιτικό βάθος στην επιλογή Βαρδακαστάνη που στερείται σύγχρονου αφηγήματος.
Τέλος, η σύμπτωση θέσεων σε κρίσιμα ζητήματα, όπως οι τράπεζες, με εκείνες που πρόσφατα διατύπωσε ο Αλέξης Τσίπρας, στο forum των Δελφών , δημιουργεί σύγχυση ως προς την πολιτική ταυτότητα και τη διακριτότητα του ΠΑΣΟΚ. Σε μια εποχή που η διαφοροποίηση είναι κλειδί για την εκλογική επιτυχία, τέτοιες συγκλίσεις χωρίς σαφή στρατηγική ενδέχεται να αποδειχθούν επιζήμιες.
Συνολικά, η επιλογή αυτή δεν φαίνεται να υπηρετεί τον στόχο της πολιτικής ανόρθωσης του ΠΑΣΟΚ. Αντιθέτως, ενισχύει την εικόνα ενός κόμματος που δυσκολεύεται να βρει βηματισμό και να αρθρώσει πειστικό λόγο εξουσίας.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ




