Η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στις ανατιμήσεις χτίζεται, προς το παρόν, με τη συνδρομή των ενεργειακών επιχειρήσεων. Στην ηλεκτρική ενέργεια, η νέα εμπορική πολιτική της ΔΕΗ και κυρίως το ιδιαίτερα ανταγωνιστικό σταθερό πρόγραμμα των 11,5 λεπτών ανά κιλοβατώρα προσφέρουν στην κυβέρνηση ένα σημαντικό ανάχωμα, περιορίζοντας την ανάγκη για επιστροφή σε οριζόντιες επιδοτήσεις των λογαριασμών. Η τιμολογιακή επιλογή της Επιχείρησης λειτουργεί αντικειμενικά ως μηχανισμός προστασίας από τις έντονες διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς, καλύπτοντας μεγάλο μέρος των καταναλωτών χωρίς άμεση επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού.
Αντίστοιχο μοντέλο εφαρμόζεται και στα καύσιμα, όπου δημόσιος και ιδιωτικός τομέας επιστρατεύεται για να συμβάλει στη συγκράτηση των αυξήσεων. Τα διυλιστήρια έχουν παρατείνει τις εκπτώσεις προς τις εταιρείες εμπορίας με στόχο οι μειώσεις να φτάσουν στην αντλία και να βάλουν φρένο στην τελική επιβάρυνση για οδηγούς και επιχειρήσεις.
Η συμβολή αυτή, ωστόσο, έχει και μια δεύτερη ανάγνωση. Η ανάληψη μέρους του κόστους από τις επιχειρήσεις μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις πολιτικές πιέσεις για την επιβολή έκτακτης φορολογίας στα αυξημένα κέρδη των διυλιστηρίων. Πρόκειται για ένα ενδεχόμενο που δεν έχει τεθεί επισήμως στην Ελλάδα, αλλά παραμένει στο τραπέζι άλλων ισχυρών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Συνεπώς, για τον κλάδο η εθελοντική συμμετοχή στη συγκράτηση των λιανικών τιμών ενδέχεται να θεωρείται προτιμότερη από μια έκτακτη και δυνητικά πολύ πιο επιζήμια φορολογική παρέμβαση, την οποία ξορκίζουν οι διοικήσεις των ομίλων HelleniQ Energy και Motor Oil.

Η επιλογή αυτή επιτρέπει στην κυβέρνηση να μοιράσει το βάρος της ενεργειακής κρίσης ανάμεσα στο Δημόσιο και στις επιχειρήσεις, διατηρώντας δημοσιονομικές εφεδρείες για τον χειμώνα. Το δύσκολο ερώτημα είναι εάν η συγκεκριμένη γραμμή άμυνας θα αντέξει σε περίπτωση που οι διεθνείς ανατιμήσεις αποκτήσουν μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια, όπως εκτιμούν στελέχη της αγοράς και διεθνείς αναλυτές.
Η πίεση από βενζίνη και ντίζελ
Το πρώτο μέτωπο βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη στα πρατήρια. Στις 2 Σεπτεμβρίου η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης είχε φτάσει τα 2,050 ευρώ το λίτρο, ενώ το ντίζελ κίνησης διαμορφωνόταν στα 2,016 ευρώ. Η υπέρβαση των 2 ευρώ έχει διαφορετική επίπτωση στα δύο καύσιμα. Στη βενζίνη γίνεται άμεσα αισθητή στον οικογενειακό προϋπολογισμό, αυξάνοντας το κόστος των καθημερινών μετακινήσεων. Στο ντίζελ, όμως, η επιβάρυνση αποκτά ευρύτερα χαρακτηριστικά, καθώς περνά στις εμπορευματικές μεταφορές, στην αγροτική παραγωγή, στην τροφοδοσία της αγοράς και τελικά στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών.
Η κυβέρνηση παρέτεινε για τον Σεπτέμβριο την επιδότηση του πετρελαίου κίνησης κατά 10 λεπτά το λίτρο, με εκτιμώμενο δημοσιονομικό κόστος 30 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, συνεχίζονται οι εκπτώσεις των διυλιστηρίων προς τις εταιρείες εμπορίας, οι οποίες αντιστοιχούν σε 10 λεπτά το λίτρο για την απλή αμόλυβδη και 5 λεπτά για το ντίζελ. Από τα μέσα Ιουλίου, όταν άρχισε η εφαρμογή του μέτρου, η συνολική δαπάνη των διυλιστηρίων ανέρχεται σε 80 εκατ. ευρώ, ενώ μαζί με την κρατική στήριξη υπολογίζεται ότι τους τελευταίους μήνες της κρίσης έχουν διατεθεί πάνω από 400 εκατ. ευρώ.
Το γεγονός πάντως ότι οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα δείχνει ότι δεν αρκούν τα μέτρα για να επαναφέρουν τη λιανική στα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αναζωπύρωση των εχθροπραξιών ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν από τα τέλη Αυγούστου, οι οποίες μάλιστα συνεχίστηκαν και την προηγούμενη εβδομάδα, είχαν ως αποτέλεσμα το πετρέλαιο brent να εκτιναχτεί πάνω από τα 95 δολάρια το βαρέλι, με τα περιθώρια αποκλιμάκωσης να παραμένουν περιορισμένα.
Το δίλημμα επομένως για το οικονομικό επιτελείο είναι κατά πόσο οι ενισχύσεις μπορούν να παρατείνονται μήνα με τον μήνα. Η συνέχισή τους δημιουργεί μια διαρκή δημοσιονομική επιβάρυνση, ενώ η διακοπή τους κινδυνεύει να περάσει αμέσως στην αντλία και να προκαλέσει ένα νέο κύμα έμμεσων ανατιμήσεων στην οικονομία.
Η ανατροπή στην αγορά ηλεκτρισμού
Το δεύτερο μέτωπο αφορά στην ηλεκτρική ενέργεια, όπου οι προσδοκίες για φθινοπωρινή αποκλιμάκωση διαψεύδονται. Η μέση χονδρεμπορική τιμή τον Αύγουστο διαμορφώθηκε στα 133,4 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 109,95 ευρώ τον Ιούλιο, σημειώνοντας αύξηση άνω του 21%. Η άνοδος συνεχίστηκε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου, με την τιμή στην ελληνική αγορά την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου να βρίσκεται μια ανάσα πριν τα 200 ευρώ η μεγαβατώρα και να εκτινάσσεται πάνω από τα 192 ευρώ.
Η εξέλιξη βάζει σε κίνδυνο ιδιαίτερα τους καταναλωτές που επέλεξαν κυμαινόμενα -«κίτρινα»- τιμολόγια με την ελπίδα ότι η καταιγίδα θα υποχωρήσει μετά το τέλος του καλοκαιριού οδηγώντας σε χαμηλότερες τιμές, όταν η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια θα περιοριστεί. Ομως η μη εκτόνωση της κρίσης στο Ιράν προκαλεί ανάφλεξη των τιμών και παρατείνει το κύμα αβεβαιότητας.
Στο περιβάλλον αυτό, η ΔΕΗ έκανε την έκπληξη μειώνοντας από την 1η Σεπτεμβρίου τη χρέωση του σταθερού 12μηνου myHome Online στα 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, από 14,2 λεπτά προηγουμένως, με μηνιαίο πάγιο 3,5 ευρώ. Η κίνηση αυτή, την οποία φρόντισαν να επικοινωνήσουν τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, προσφέρει προστασία από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς καθώς λειτουργεί ως ασπίδα στις ανατιμήσεις, ενώ την ίδια ώρα διευκολύνει τη μετακίνηση των καταναλωτών από τα «πράσινα» ευμετάβλητα τιμολόγια προς τα σταθερά προϊόντα. Για την κυβέρνηση παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν η άνοδος θα έχει διάρκεια και θα απαιτήσει νέα παρέμβαση στους λογαριασμούς. Η επαναφορά των επιδοτήσεων συνεπάγεται άμεσο δημοσιονομικό κόστος. Η επιλογή να απορροφηθεί η αύξηση από τους προμηθευτές εξαρτάται από τα περιθώρια που διαθέτουν οι εταιρείες και από την ένταση της κρίσης στη χονδρεμπορική αγορά.
Αδειες δεξαμενές πριν από τον χειμώνα
Το τρίτο και εξίσου δύσκολο πολιτικά μέτωπο θα ανοίξει στις 15 Οκτωβρίου, με την έναρξη της διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης. Μεγάλο μέρος των νοικοκυριών εισέρχεται στη νέα περίοδο με μηδενικά αποθέματα, καθώς η εκτίναξη των τιμών την περασμένη άνοιξη «πάγωσε» τις παραγγελίες του Μαρτίου και του Απριλίου και ανέκοψε τις αγορές αποθεματοποίησης πριν από το κλείσιμο της χειμερινής περιόδου.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, παράγοντες της αγοράς υπολογίζουν ότι η τιμή εκκίνησης θα μπορούσε να κινηθεί κοντά στο 1,66 με 1,70 ευρώ το λίτρο. Το επίπεδο αυτό όμως αποτελεί φωτογραφία της σημερινής εικόνας της αγοράς και όχι ασφαλή πρόβλεψη για τις 15 Οκτωβρίου. Στις περίπου 45 ημέρες που μεσολαβούν μπορούν να μεταβληθούν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου και των προϊόντων διύλισης, η ισοτιμία ευρώ – δολαρίου και το γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η σύγκριση πάντως με την προηγούμενη χρονιά αποτυπώνει το μέγεθος της ενδεχόμενης επιβάρυνσης. Στις 15 Οκτωβρίου 2025 η αγορά είχε ανοίξει κοντά στο 1,10 ευρώ το λίτρο. Η συγκρατημένη τιμή είχε ενθαρρύνει πολλά νοικοκυριά να γεμίσουν εγκαίρως τις δεξαμενές τους.
Στη συνέχεια, όμως, η πολεμική σύγκρουση με επίκεντρο το Ιράν οδήγησε την τιμή έως και το 1,70 ευρώ στις 30 Απριλίου του 2026, ημερομηνία κατά την οποία σταματά η διανομή του καυσίμου, περιορίζοντας δραστικά τη ζήτηση κατά το κλείσιμο της σεζόν. Εάν η φετινή περίοδος ξεκινήσει κοντά στο 1,66 ευρώ, η διαφορά από την περσινή πρεμιέρα θα ξεπεράσει τα 50 λεπτά το λίτρο. Για μια παραγγελία 1.000 λίτρων, η επιπλέον δαπάνη μπορεί να υπερβεί τα 500 ευρώ.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο στη Βόρεια Ελλάδα και στις ορεινές περιοχές, όπου οι ανάγκες θέρμανσης είναι μεγαλύτερες και το πετρέλαιο παραμένει βασική πηγή ενέργειας. Εφόσον ο χειμώνας ξεκινήσει νωρίς, τα νοικοκυριά με άδειες δεξαμενές θα έχουν περιορισμένες δυνατότητες να αναβάλουν την αγορά περιμένοντας αποκλιμάκωση.
Η πρόταση των πρατηριούχων
Τη μεταφορά του επιδόματος θέρμανσης απευθείας στην αντλία επαναφέρουν στο τραπέζι οι βενζινοπώλες. Η πρόταση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων (ΠΟΠΕΚ), που εκπροσωπεί τους πρατηριούχους καυσίμων, αναμένεται να αποσταλεί προς το τέλος Σεπτεμβρίου στον πρωθυπουργό.
Το σχέδιο προβλέπει ότι το υφιστάμενο κονδύλι του επιδόματος θα χρησιμοποιηθεί για την οριζόντια μείωση της λιανικής τιμής αντί να καταβάλλεται εκ των υστέρων στους δικαιούχους. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΟΠΕΚ Θέμη Κιουρτζή, η αξιοποίηση των περίπου 200 εκατ. ευρώ που προϋπολογίζονται για το επίδομα θα μπορούσε να μειώσει την τιμή κατά περίπου 20 λεπτά το λίτρο χωρίς πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση.
Οι πρατηριούχοι υποστηρίζουν ότι η έκπτωση στην αντλία θα είναι δικαιότερη από το σημερινό σύστημα, καθώς θα καλύπτει όλους όσους αγοράζουν πετρέλαιο θέρμανσης. Οπως επισημαίνουν, σήμερα ένα νοικοκυριό μπορεί να χάσει ολόκληρο το επίδομα ακόμη και εάν υπερβαίνει οριακά το εισοδηματικό όριο, παρότι έχει τις ίδιες ανάγκες θέρμανσης με έναν δικαιούχο. Κατά την άποψή τους, η έκπτωση ανά λίτρο θα στηρίξει αναλογικά περισσότερο τα νοικοκυριά των ψυχρότερων και ορεινών περιοχών, τα οποία καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες. Θα καλύψει επίσης επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν πετρέλαιο θέρμανσης αλλά σήμερα δεν δικαιούνται επίδομα. Πρόκειται πάντως για οριζόντια παρέμβαση, από την οποία θα ωφελούνται και καταναλωτές με υψηλότερα εισοδήματα, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει αποσαφηνιστεί εάν μπορεί να αποτελέσει μέρος του κυβερνητικού σχεδιασμού.
Η στήριξη των καταναλωτών
Με την τιμή εκκίνησης του πετρελαίου θέρμανσης να εξαρτάται από τις ιδιαίτερα ευμετάβλητες συνθήκες στις διεθνείς αγορές, όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με τις τιμές του ντίζελ, η κυβέρνηση καλείται να διατηρήσει ανοικτές τις επιλογές της για τον χειμώνα. Το ύψος και η μορφή μιας πρόσθετης παρέμβασης θα κριθούν από την εξέλιξη των τιμών έως τις 15 Οκτωβρίου, αλλά και από τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια. Το ενδιαφέρον στρέφεται στις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, από τις οποίες θα φανεί αν η θέρμανση θα περιληφθεί στο νέο πακέτο μέτρων ή αν οι σχετικές αποφάσεις για το επίδομα θα ληφθούν πλησιέστερα στην έναρξη της περιόδου διάθεσης.
Ανεξάρτητα πάντως από την απόφαση για τον προσεχή χειμώνα, πρόσθετη ενίσχυση του επιδόματος έχει ήδη ενταχθεί στον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό μέσω του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα. Το ελληνικό σχέδιο, το οποίο εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 27 Αυγούστου, προβλέπει συνολική κινητοποίηση 4,77 δισ. ευρώ έως το 2032, εκ των οποίων 3,57 δισ. ευρώ θα προέλθουν από ευρωπαϊκούς πόρους και 1,2 δισ. ευρώ από εθνική συμμετοχή. Οι δράσεις του αφορούν περίπου 1,5 εκατομμύριο νοικοκυριά και 70.000 πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Στο εισοδηματικό σκέλος του σχεδίου προβλέπεται, από το 2027 έως το 2032, ετήσια προσαύξηση έως 100 ευρώ στο επίδομα θέρμανσης για περίπου 780.000 δικαιούχους. Το μέτρο αφορά όσους πληρούν τα κριτήρια του επιδόματος θέρμανσης και όχι αυτομάτως κάθε πολίτη που εντάσσεται στις ευάλωτες κατηγορίες.
Πηγή: Newmoney




