Η απόφαση του Δήμου Θέρμου να συνεχίσει και το 2026 τη χρηματοδότηση των δωρεάν μετακινήσεων για τους κατοίκους των ορεινών κοινοτήτων δεν αποτελεί απλώς μια τοπική διοικητική πράξη. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη φιλοσοφία που κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στην Ευρώπη: την αντιμετώπιση της μετακίνησης ως κοινωνικού αγαθού και όχι αποκλειστικά ως ανταποδοτικής υπηρεσίας.
Με τη σύμβαση ύψους 31.670,63 ευρώ προς το Υπεραστικό ΚΤΕΛ και την ετήσια επιδότηση των 18.000 ευρώ προς το Αστικό ΚΤΕΛ για τη γραμμή Δογρή – Κάτω Μυρτιά, ο Δήμος Θέρμου επιλέγει να επενδύσει στην καθημερινότητα των πολιτών του. Επιλέγει να μειώσει τις ανισότητες που δημιουργεί η γεωγραφική απομόνωση και να διασφαλίσει ότι οι κάτοικοι των χωριών θα έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες, στην αγορά, στην υγειονομική περίθαλψη και στην κοινωνική ζωή χωρίς πρόσθετα οικονομικά βάρη.
Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία η ερήμωση της υπαίθρου αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής περιφέρειας. Όταν ένας ηλικιωμένος, ένας μαθητής, ένας εργαζόμενος ή ένας αγρότης γνωρίζει ότι μπορεί να μετακινηθεί χωρίς κόστος προς το κέντρο του Δήμου ή προς βασικές υπηρεσίες, αποκτά ένα επιπλέον κίνητρο να παραμείνει στον τόπο του. Η συγκοινωνία παύει να είναι απλώς μέσο μεταφοράς και μετατρέπεται σε παράγοντα κοινωνικής συνοχής και τοπικής ανάπτυξης.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις και περιφέρειες έχουν υιοθετήσει πολιτικές δωρεάν ή ιδιαίτερα χαμηλού κόστους μετακινήσεων. Η πρωτεύουσα της Εσθονίας, το Ταλίν, αποτέλεσε μία από τις πρώτες μεγάλες πόλεις που καθιέρωσαν δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες για τους μόνιμους κατοίκους της. Αντίστοιχα, το Λουξεμβούργο έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που προσέφερε δωρεάν χρήση των δημόσιων μεταφορών σε ολόκληρη την επικράτειά του. Σε πολλές ακόμη ευρωπαϊκές πόλεις εφαρμόζονται ειδικά προγράμματα δωρεάν μετακίνησης για νέους, μαθητές, φοιτητές, ηλικιωμένους ή κοινωνικά ευάλωτες ομάδες.
Η λογική πίσω από αυτές τις πολιτικές είναι απλή: η πρόσβαση στη μετακίνηση αποτελεί προϋπόθεση για την ισότητα ευκαιριών. Όποιος δεν μπορεί να μετακινηθεί εύκολα και οικονομικά, κινδυνεύει να αποκλειστεί από την εκπαίδευση, την εργασία, τον πολιτισμό και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Στην Ελλάδα η συζήτηση αυτή επανέρχεται συχνά στον δημόσιο διάλογο. Πρόσφατες προτάσεις πολιτικών αρχηγών για δωρεάν ή επιδοτούμενες μετακινήσεις νέων και πολιτών στα μεγάλα αστικά κέντρα δείχνουν ότι το θέμα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις κεντρικές πολιτικές εξαγγελίες, η περίπτωση του Θέρμου παρουσιάζει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον: εδώ η ιδέα δεν παραμένει σε επίπεδο συζήτησης, αλλά εφαρμόζεται ήδη στην πράξη από την τοπική αυτοδιοίκηση.
Αναμφίβολα, τα μεγέθη ενός ορεινού δήμου δεν μπορούν να συγκριθούν με εκείνα μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας ή ενός ολόκληρου κράτους. Μπορούν όμως να αναδείξουν την ίδια φιλοσοφία. Τη φιλοσοφία ότι η δημόσια πολιτική αποκτά αξία όταν αγγίζει τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων και βελτιώνει απτά την καθημερινότητά τους.
Η πρωτοβουλία του Δήμου Θέρμου δείχνει ότι ακόμη και σε δύσκολες δημοσιονομικές συνθήκες υπάρχουν περιθώρια για στοχευμένες κοινωνικές παρεμβάσεις με ουσιαστικό αποτέλεσμα. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα: ότι η κοινωνική πολιτική δεν μετριέται μόνο σε μεγάλα λόγια και κεντρικές εξαγγελίες, αλλά και σε μικρές, συγκεκριμένες αποφάσεις που κάνουν τη ζωή των πολιτών ευκολότερη και δικαιότερη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ





