Τρία χρόνια μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, τα φώτα της δημοσιότητας αρχίζουν –αναπόφευκτα– να χαμηλώνουν. Οι επέτειοι ολοκληρώνονται, τα τηλεοπτικά παράθυρα κλείνουν, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μετατοπίζονται σε άλλα πεδία. Όμως για τις οικογένειες των 57 θυμάτων, ο χρόνος δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Ο πόνος δεν έχει κύκλους δημοσιότητας. Είναι διαρκής, σιωπηλός, βαθύς.
Τις τελευταίες ημέρες είδαμε ξανά πρόσωπα συγγενών να μιλούν δημόσια. Με αξιοπρέπεια. Με συγκράτηση. Με λόγο καθαρό. Όχι για να διεκδικήσουν ρόλους, αλλά για να υπενθυμίσουν το αυτονόητο: ότι η δικαιοσύνη δεν είναι εκδίκηση· είναι χρέος της Πολιτείας απέναντι στους νεκρούς και στους ζωντανούς.
Σε μια δημόσια συζήτηση που συχνά εγκλωβίζεται σε πρόσωπα και εντυπώσεις, υπήρξε η τάση να προσωποποιηθεί ο πόνος. Να θεωρηθεί –σχεδόν αυθαίρετα– ότι μία φωνή εκφράζει το σύνολο. Όμως οι 57 ζωές που χάθηκαν εκείνο το βράδυ δεν ανήκαν σε μία οικογένεια. Πίσω από κάθε όνομα υπάρχει μια μητέρα, ένας πατέρας, ένας αδελφός, μια φίλη, ένας σύντροφος. Υπάρχουν δεκάδες οικογένειες που πενθούν αθόρυβα, χωρίς κάμερες, χωρίς δημόσια αντιπαράθεση, χωρίς φιλοδοξία για τίποτα άλλο πέρα από την αλήθεια.
Η αξιοπρέπεια αυτών των ανθρώπων είναι ίσως το πιο ισχυρό μήνυμα της επετείου. Δεν κραύγασαν. Δεν επένδυσαν τον πόνο τους σε πολιτικά οφέλη. Δεν ζήτησαν ρόλους. Ζήτησαν απαντήσεις. Ζήτησαν διαφάνεια. Ζήτησαν να μη χαθούν τα παιδιά τους για δεύτερη φορά μέσα στη λήθη ή στη συγκάλυψη.
Η κοινωνία οφείλει να τους βλέπει όλους. Όχι επιλεκτικά. Να αναγνωρίζει ότι ο αγώνας για δικαιοσύνη δεν είναι προσωπικό project κανενός, αλλά συλλογική απαίτηση. Και να σέβεται πως κάθε οικογένεια επιλέγει τον δικό της τρόπο πένθους και διεκδίκησης — άλλος πιο δημόσιος, άλλος πιο σιωπηλός, αλλά εξίσου αυθεντικός.
Καθώς, λοιπόν, τα φώτα απομακρύνονται από την τρίτη επέτειο, αυτό που μένει δεν είναι τα στιγμιότυπα των δελτίων ειδήσεων. Είναι η στάση των ανθρώπων που έχασαν ό,τι πολυτιμότερο είχαν και παρ’ όλα αυτά μιλούν για δικαιοσύνη με νηφαλιότητα. Είναι η υπενθύμιση ότι η δημοκρατία κρίνεται από το πώς απαντά στον πόνο των πολιτών της.
Η μνήμη δεν χρειάζεται προβολείς για να παραμείνει ζωντανή. Χρειάζεται σεβασμό. Και η αξιοπρέπεια των συγγενών των θυμάτων των Τεμπών αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο φωτεινά παραδείγματα αυτού του σεβασμού.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ




