Τήν Κυριακή, 4 Ὀκτωβρίου 2026, ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου, Α΄ Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν, ἑόρτασε τά ὀνομαστήριά του ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος, στήν ἕδρα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τήν Ναύπακτο.
Οἱ ἑορταστικές ἐκδηλώσεις ξεκίνησαν τό Σάββατο, 3 Ὀκτωβρίου 2026. Τό πρωί πραγματοποιήθηκε τό 12ο Θεολογικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου μέ θέμα: «Ἡ σημασία τοῦ 11ου αἰῶνος μ.Χ. γιά τήν κατανόηση τῆς σύγχρονης πραγματικότητας». Τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου, τελέσθηκε πολυαρχιερατικός Ἀναστάσιμος Ἑσπερινός στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Δημητρίου, χοροστατοῦντος τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνατίου, καί συγχοροστατούντων τῶν Μητροπολιτῶν: Καλαβρύτων κ. Ἱερωνύμου, Καστορίας κ. Καλλινίκου, Κορίνθου κ. Παύλου καί τοῦ οἰκείου Ποιμενάρχου κ. Ἱεροθέου. Κατά τόν Ἑσπερινό ἔλαβαν μέρος πολλοί Ἱερεῖς μέ πρῶτο τόν Ἀρχιμ. π. Ἀμβρόσιο Γκουρβέλο τῆς Ἱ. Μ. Πατρῶν.
Τόν θεῖο λόγο κήρυξε ὁ χοροστατῶν Ἀρχιερεύς κ. Ἰγνάτιος. Στό κήρυγμά του ἀναφέρθηκε ἀρχικά στόν ἀναστάσιμο χαρακτήρα τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων, τονίζοντας ὅτι οἱ Ἅγιοι ἀποτελοῦν καρπό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Συνέδεσε ἰδιαίτερα τούς ἁγίους Ἱερόθεο καί Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη μέ τό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Ἀθήνα καί ἀναρωτήθηκε ποιά ἦταν ἐκεῖνα τά στοιχεῖα πού τούς ἔκαναν νά δεχθοῦν τό κήρυγμα, ἐνῶ οἱ περισσότεροι Ἀθηναῖοι τό ἀπέρριψαν. Ἐπεσήμανε ὅτι διέθεταν γνώση, δίψα γιά τήν ἀλήθεια, ἀλλά κυρίως καθαρή καρδιά, ὥστε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νά μή μιλήση μόνο στή λογική τους, ἀλλά καί στήν καρδιά τους. Ἀπό τήν ἀποδοχή αὐτή ἄρχισε ἡ πορεία τους ἀπό τά εἴδωλα καί τή φιλοσοφική αὐτάρκεια πρός τήν πίστη, ἡ ὁποία, μέσα στήν Ἐκκλησία καί στά Μυστήριά της, ὁδηγεῖ στήν κάθαρση, στόν φωτισμό καί τελικῶς στή θέωση. Ἰδιαίτερη ἀναφορά ἔκανε στή Θεία Εὐχαριστία ὡς πραγματική καί ὑπαρξιακή μετοχή στό ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὑπογράμμισε ὅτι ἡ χριστιανική ζωή εἶναι ἀγώνας, ἀλλά ἀγώνας χαρᾶς καί ὄχι ἄγχους ἤ θλίψεως.
Στή συνέχεια συνέδεσε τό πρόσωπο τοῦ ἁγίου Ἱεροθέου μέ τόν ἑορτάζοντα Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἱερόθεο, πρός τόν ὁποῖο ἐξέφρασε προσωπικά αἰσθήματα ἀγάπης, εὐγνωμοσύνης καί ἐκτιμήσεως. Ἀναφέρθηκε στήν κοινή τους ἐκκλησιαστική πορεία ἐπί τρεῖς καί πλέον δεκαετίες, στούς μεταξύ τους διαλόγους καί στή δυνατότητα τοῦ Μητροπολίτου Ἱεροθέου νά ἀκούη πραγματικά τόν συνομιλητή του, ἀκόμη καί ὅταν ὑπάρχουν διαφορετικές ἀπόψεις. Τόνισε τήν προσφορά του στήν Ἐκκλησία, τήν εὐρύτερη ἐπίδραση τῶν βιβλίων του σέ ὁλόκληρη τήν Ὀρθοδοξία καί στόν χριστιανικό κόσμο, καθώς καί τή στενή σχέση του μέ συγχρόνους Ἁγίους, ἀπό τούς ὁποίους προσέλαβε πολύτιμη ἐκκλησιαστική ἐμπειρία.
Τέλος, ὁ ὁμιλητής παρατήρησε ὅτι στή σύγχρονη ἐποχή πολλοί ἄνθρωποι, ἰδίως στόν δυτικό κόσμο, ἀναζητοῦν στήν Ὀρθοδοξία τή μυστηριακή ζωή καί τήν πατερική ἐμπειρία τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως. Ἀντιπαρέβαλε αὐτή τήν ἀναζήτηση πρός τά σύγχρονα «εἴδωλα» τῆς τεχνολογίας, τῆς λογικῆς αὐτάρκειας, τοῦ πλουτισμοῦ, τοῦ ἀνταγωνισμοῦ καί τοῦ ἀτομισμοῦ, τά ὁποῖα ἰδιαίτερα οἱ νέοι ἀρχίζουν νά ἀντιλαμβάνονται ὡς ψεύτικα καί ἀνεπαρκῆ. Κατέληξε ὅτι εὐθύνη τῶν ποιμένων εἶναι νά προσφέρουν στόν σύγχρονο ἄνθρωπο τό αὐθεντικό μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας καί νά τόν ὁδηγήσουν σέ οὐσιαστική συμμετοχή στή ζωή της, ὥστε ὅλοι νά βιώνουν καί νά κηρύττουν τήν Ἀνάσταση. Ὁλοκλήρωσε μέ θερμές εὐχές πρός τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου, χαρακτηρίζοντάς τον φίλο τῶν Ἁγίων, μελετητή τῶν Πατέρων καί πολύτιμο συνεπίσκοπο.
Τήν κυριώνυμο ἡμέρα, Κυριακή 4 Ὀκτωβρίου 2026, τελέσθηκε ὁ Ἀναστάσιμος Ὄρθρος καί τό Ἀρχιερατικό Συλλείτουργο προεξάρχοντος τοῦ ἑορτάζοντος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου καί συλλειτουργούντων τῶν Μητροπολιτῶν: Πατρῶν κ. Χρυσοστόμου, Καστορίας κ. Καλλινίκου, Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κ. Δαμασκηνοῦ καί τοῦ Ἐπισκόπου Ἐπιδαύρου Νικοδήμου. Τούς Ἀρχιερεῖς πλαισίωσαν Ἱερεῖς καί Διάκονοι μέ πρῶτο τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Ἀμπελακιωτίσσης, Ἀρχιμ. π. Πολύκαρπο Παστρωμᾶ.
Τόν θεῖο λόγο κήρυξε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κ. Δαμασκηνός. Στό κήρυγμά του ὁ Σεβασμιώτατος κ. Δαμασκηνός μέ ἀφορμή τήν εὐαγγελική περικοπή, ἀνέπτυξε τό μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, συνδέοντάς το μέ τήν κλήση τοῦ ἀνθρώπου νά γίνη μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Τόνισε ὅτι ὅσα ἐπιθυμοῦμε νά μᾶς προσφέρουν οἱ ἄλλοι —ἀγάπη, δικαιοσύνη καί ἐπιείκεια— ὀφείλουμε καί ἐμεῖς νά τά προσφέρουμε στούς συνανθρώπους μας. Ὡστόσο, ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νά προχωρήσουμε καί σέ ὅσους μᾶς ἐχθρεύονται καί εὐεργετώντας χωρίς προσδοκία ἀνταποδόσεως. Αὐτή ἡ «ἐπανάσταση τῆς ἀγάπης» προϋποθέτει τήν δική μας ἀνάσταση, τήν ὑπέρβαση τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς φιλαυτίας, τῆς ἰδιοτέλειας καί τῆς ψευδαισθήσεως αὐτάρκειας, γκρεμίζει τά τείχη πού χωρίζουν τούς ἀνθρώπους καί δημιουργεῖ γέφυρες συγχωρήσεως καί κοινωνίας. Ὁ δρόμος αὐτός εἶναι δύσκολος καί ἀπαιτεῖ χριστομίμητη ὑπομονή καί ἐπιμονή, ἀλλά ὁ πιστός δέν μένει ἀβοήθητος: στηρίζεται στόν Θεό, ὁ ὁποῖος μακροθυμεῖ ἀκόμη καί πρός τούς πονηρούς καί ἀχαρίστους. Ἡ ἀνταμοιβή αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος δέν εἶναι κοσμική, ἀλλά ἡ υἱοθεσία ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα, ἡ πρόγευση τοῦ Παραδείσου καί ἡ οὐράνια μακαριότητα.
Στή συνέχεια, συνδέοντας τήν εὐαγγελική διδασκαλία μέ τά ὀνομαστήρια τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, ἀναφέρθηκε στήν ἀγάπη πού συγκέντρωσε γύρω του συνεπισκόπους, κληρικούς, ἄρχοντες καί πιστούς, ὡς ἀντιπροσφορά στή δική του πατρική ἀγάπη. Ὑπογράμμισε ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος μαθήτευσε στήν ἀγάπη κοντά στόν ἅγιο Γέροντά του Καλλίνικο καί σέ ἄλλους ἁγίους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐνίσχυσαν τήν πνευματική του ζωή καί θωράκισαν τήν ἱερατική του διακονία. Παρουσίασε τήν ποιμαντική του προσφορά ὡς διαρκῆ κένωση καί καθημερινή θυσία γιά τήν ἐν Χριστῷ διαπαιδαγώγηση καί σωτηρία τοῦ ποιμνίου του. Παράλληλα, ἐπεσήμανε ὅτι ἡ προσφορά αὐτή ὑπερβαίνει τά γεωγραφικά ὅρια τῆς Μητροπόλεως μέσω τῶν συγγραμμάτων, τῶν κηρυγμάτων καί τῶν θεολογικῶν του παρεμβάσεων, πού ἔχουν εὐρύτερη ἀπήχηση στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Κατέληξε εὐχόμενος εὐλογημένα ἔτη καί τήν ἀνταμοιβή πού ὁ ἴδιος ἐπιθυμεῖ: τήν κοινωνία μέ τόν Χριστό στήν οὐράνια μακαριότητα, μαζί μέ τόν ἅγιο Γέροντά του.
Πρό τοῦ «Δι’ εὐχῶν» ἔλαβε τόν λόγο, ἐκ μέρους τῶν Ἀρχιερέων, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πατρῶν κ. Χρυσόστομος. Ὁ Σεβασμιώτατος ἀναφέρθηκε στήν θεολογική καί ποιμαντική προσφορά τοῦ Σεβασμιωτάτου κ. Ἱεροθέου, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί ἔχει πανορθόδοξη καί εὐρύτερη ἀπήχηση. Εἶναι πνευματικός πατέρας καί διδάσκαλος, πού καθοδηγεῖ μέ τόν λόγο, τά ἔργα καί τή φωτεινή ζωή του. Ἐκφράζοντας τήν ἀγάπη καί τόν σεβασμό τῶν παρισταμένων, τόνισε: «Σᾶς εὐχαριστοῦμε γιά ὅ,τι εἶστε, γιά ὅ,τι προσφέρετε στόν τόπο σας καί γιά τήν παρουσία σας στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Εὐχήθηκε μακροημέρευση πρός δόξαν τοῦ Θεοῦ καί ὠφέλεια τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Σεβασμιώτατος κ. Ἱερόθεος ἀντιφωνώντας εἶπε ὅτι στήν θεία Λειτουργία ἐρχόμαστε γιά νά ἀποκτήσουμε τό ἦθος της, πού εἶναι τό ἦθος τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ γιά ἐμᾶς, τό ἦθος τῆς κενώσεως. Ἔτσι καί ἐμεῖς πρέπει νά προσλάβουμε αὐτό τό ἦθος τῆς ἀγάπης ὡς κενώσεως. Αὐτό φαίνεται χαρακτηριστικά στήν φράση τῆς θείας Λειτουργίας: «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν, Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ἐνῶ τό κεντρικό σημεῖο εἶναι τό «τά σά ἐκ τῶν σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα». Αὐτό εἶναι τό ἦθος τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας. Εἶπε ὅτι αὐτό τό αἰσθάνεται βαθιά, γιά τίς μεγάλες δωρεές πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό καί Τόν δοξάζει διότι ἔζησε καί διαμορφώθηκε ὡς Κληρικός μεταξύ Ἁγίων. Ἀνέφερε τόν Γέροντά του ἅγιο Καλλίνικο, τόν ἅγιο Σωφρόνιο, τόν ἅγιο Παΐσιο, τήν Γερόντισσα Γαλακτία κ..ἄ. Εὐχαρίστησε τούς τοπικούς ἄρχοντες γιά τήν ἄριστη συνεργασία, τούς συνεργάτες του στήν Ἱερά Μητρόπολη, τόν ἱερό Κλῆρο, τά μοναχικά τάγματα, τούς ἱεροψάλτες, τούς ἱερόπαιδες καί τόν λαό καί ἀναρωτήθηκε: «Τί μπορῶ νά πῶ γιά ὅλα αὐτά; “Τά σά ἐκ τῶν σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα”». Ζήτησε νά εὐχηθοῦν στόν Θεό νά ἔχη ἀγαθόν τέλος καί νά βρῆ ἔλεος ἀπό τόν Θεό, διά πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων.
Παρόντες στήν θεία Λειτουργία ἦταν ὁ Δήμαρχος Ναυπακτίας κ. Βασίλειος Γκίζας, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Περιφερειάρχου Δυτικῆς Ἑλλάδος κ. Χρῆστος Παΐσιος, ὁ Ἐπικεφαλῆς τῆς Μείζονος Ἀντιπολίτευσης Περιφερείας Δυτικῆς Ἑλλάδος κ. Σπυρίδων Σκιαδαρέσης, Ἀντιδήμαρχοι καί Δημοτικοί Σύμβουλοι, ὁ Δήμαρχος Δωρίδος κ. Δημήτριος Γιαννόπουλος, πολιτευτές, ἐκπρόσωποι τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καί τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας καί τῆς Πυροσβεστικῆς καί πλῆθος πιστῶν πού γέμισαν τόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό, γιά νά ἐκκλησιαστοῦν καί νά εὐχηθοῦν στόν Ποιμενάρχη τους.
Μετά τή θεία Λειτουργία ὅλοι οἱ ἐκκλησιασθέντες στόν Ἱερό Ναό ὑπέβαλαν τίς εὐχές τους πρός τόν Σεβασμιώτατο, στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, καί ὁ «Σύνδεσμος Ἀγάπης» τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ δεξιώθηκε ὅλους τούς παρευρισκομένους. Τό μεσημέρι παρετέθη τράπεζα στούς Ἀρχιερεῖς καί τούς συνοδούς τους, στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς Ναυπάκτου, ἀπό τόν «Σύνδεσμο Ἀγάπης» τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ.




