Κάθε προεκλογική περίοδος γεννά τις δικές της επαναλαμβανόμενες φράσεις. Ανάμεσα στις πιο συνηθισμένες βρίσκεται η δήλωση επίδοξων υποψηφίων βουλευτών και βουλευτριών: «Θα ήθελα να προσθέσω ένα λιθαράκι κι εγώ για την ανάπτυξη του τόπου μου, για να πάει μπροστά η Αιτωλοακαρνανία». Πρόκειται για μια φράση που ακούγεται ευγενική, ταπεινή και ανώδυνη. Ακριβώς γι’ αυτό έχει καταφέρει να επιβιώσει επί δεκαετίες στον πολιτικό λόγο.
Ωστόσο, πίσω από τη φαινομενική αθωότητά της, η συγκεκριμένη διατύπωση κρύβει μια σειρά από πολιτικές, ιδεολογικές και ψυχολογικές παραδοχές, οι οποίες αξίζει να εξεταστούν. Διότι η πολιτική δεν είναι μόνο οι πράξεις και τα προγράμματα· είναι και οι λέξεις που επιλέγουν οι πολιτικοί για να παρουσιάσουν τον εαυτό τους στους πολίτες.
Η έκφραση «να βάλω ένα λιθαράκι» παραπέμπει σε μια εικόνα συλλογικής οικοδόμησης. Ο υποψήφιος δεν εμφανίζεται ως σωτήρας, ούτε ως ηγέτης που θα αλλάξει τα πάντα. Παρουσιάζεται ως ένας από τους πολλούς που θα συμβάλουν σε ένα κοινό έργο.
Σε πρώτο επίπεδο, αυτή η στάση μπορεί να θεωρηθεί θετική. Δείχνει μετριοπάθεια και αποφυγή μεγαλοστομιών. Σε μια εποχή κατά την οποία οι πολίτες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις υπερβολικές υποσχέσεις, η επίκληση της μικρής αλλά ουσιαστικής συμβολής φαίνεται λογική και προσγειωμένη.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η συγκεκριμένη διατύπωση μπορεί να λειτουργεί και ως ένας εύκολος τρόπος αποφυγής της ουσίας. Ο υποψήφιος δεν εξηγεί τι ακριβώς θα κάνει. Δεν παρουσιάζει συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις. Δεν περιγράφει ένα σχέδιο για την οικονομία, την αγροτική παραγωγή, τις υποδομές ή τη δημογραφική ανασυγκρότηση. Αρκείται σε μια γενική αναφορά στην «ανάπτυξη» και στη δική του συμβολή.
Έτσι, η ταπεινότητα μετατρέπεται σε πολιτική ασάφεια.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η φράση «να πάει μπροστά η Αιτωλοακαρνανία». Πρόκειται ίσως για μία από τις πιο αόριστες εκφράσεις του ελληνικού πολιτικού λεξιλογίου.
Τι σημαίνει να πάει μπροστά ένας τόπος;
Σημαίνει μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα; Σημαίνει καλύτερες υποδομές; Σημαίνει αύξηση του πληθυσμού; Σημαίνει περισσότερες επενδύσεις; Σημαίνει ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής; Σημαίνει περιβαλλοντική προστασία; Σημαίνει πολιτιστική ανάπτυξη;
Η έννοια της προόδου δεν είναι ουδέτερη. Κάθε πολιτική παράταξη και κάθε πολιτικός χώρος την αντιλαμβάνεται διαφορετικά. Για άλλους η ανάπτυξη είναι πρωτίστως οικονομική. Για άλλους κοινωνική. Για άλλους περιβαλλοντική. Για άλλους συνδυασμός όλων αυτών.
Όταν λοιπόν ένας υποψήφιος δηλώνει ότι θέλει «να πάει μπροστά ο τόπος», χωρίς να εξηγεί προς ποια κατεύθυνση, χρησιμοποιεί μια έννοια που μπορεί να σημαίνει τα πάντα και ταυτόχρονα τίποτα συγκεκριμένο.
Η αναφορά στην Αιτωλοακαρνανία δεν είναι τυχαία. Στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, ιδιαίτερα στις επαρχιακές περιφέρειες, η έννοια της εκπροσώπησης συνδέεται συχνά με την προσδοκία ότι ο βουλευτής θα λειτουργήσει ως «άνθρωπος του τόπου».
Αυτό έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Για πολλές δεκαετίες, η πολιτική επιρροή ενός βουλευτή μετριόταν από την ικανότητά του να εξασφαλίζει έργα, χρηματοδοτήσεις και κρατικές παρεμβάσεις για την εκλογική του περιφέρεια.
Έτσι δημιουργήθηκε μια κουλτούρα όπου ο βουλευτής δεν αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως νομοθέτης ή φορέας εθνικής πολιτικής, αλλά ως τοπικός διαμεσολαβητής μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και της περιφέρειας.
Η φράση «να βοηθήσω τον τόπο μου» αντανακλά ακριβώς αυτή τη λογική.
Όμως εδώ προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: ένας υποψήφιος βουλευτής διεκδικεί θέση στο εθνικό κοινοβούλιο ή στο τοπικό αναπτυξιακό συμβούλιο;
Η αποστολή του βουλευτή είναι να συμμετέχει στη διαμόρφωση της εθνικής νομοθεσίας, να ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο και να συμβάλλει στη χάραξη στρατηγικής για το σύνολο της χώρας. Η ανάπτυξη της Αιτωλοακαρνανίας δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την ανάπτυξη της Ελλάδας συνολικά.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φράση μπορεί να αποκαλύπτει και κάτι βαθύτερο: μια μορφή πολιτικής επαρχιωτοπάθειας.
Η επαρχιωτοπάθεια δεν αφορά τον τόπο καταγωγής ενός ανθρώπου. Αφορά τον περιορισμό του πολιτικού του ορίζοντα. Όταν η πολιτική φιλοδοξία εξαντλείται στην υπόσχεση ότι θα φέρει έργα ή πόρους στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τότε υποβαθμίζεται η ευρύτερη πολιτική διάσταση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.
Ένας βουλευτής καλείται να έχει άποψη για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, τη δικαιοσύνη, την παιδεία, το δημογραφικό, την ενεργειακή στρατηγική και τις διεθνείς εξελίξεις. Αν η δημόσια παρουσία του περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φροντίδα της εκλογικής του περιφέρειας, τότε η πολιτική του ταυτότητα παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα στενό γεωγραφικό πλαίσιο.
Η Αιτωλοακαρνανία ασφαλώς χρειάζεται εκπροσώπηση. Χρειάζεται όμως εκπροσώπους που να μπορούν να συνδέσουν τα προβλήματά της με τις μεγάλες εθνικές πολιτικές επιλογές και όχι απλώς να αναπαράγουν το αίτημα της τοπικής διεκδίκησης.
Υπάρχει και μια άλλη ανάγνωση της συγκεκριμένης φράσης.
Πολλοί υποψήφιοι επιδιώκουν να παρουσιάσουν την κάθοδό τους στην πολιτική ως πράξη προσφοράς. Σπανίως θα ακούσει κανείς έναν πολιτικό να δηλώνει ότι τον κινητοποιεί η προσωπική φιλοδοξία. Αντίθετα, σχεδόν όλοι επικαλούνται την ανάγκη να υπηρετήσουν το κοινό καλό.
Η φράση «θέλω να βάλω ένα λιθαράκι» λειτουργεί συχνά ως ηθική νομιμοποίηση της πολιτικής φιλοδοξίας. Μετατρέπει μια προσωπική επιδίωξη –την εκλογή σε ένα από τα σημαντικότερα αξιώματα της χώρας– σε πράξη ανιδιοτελούς προσφοράς.
Φυσικά, η φιλοδοξία δεν είναι από μόνη της αρνητική. Αντιθέτως, η πολιτική απαιτεί φιλοδοξία, αυτοπεποίθηση και διάθεση ανάληψης ευθυνών. Το ερώτημα είναι αν ο υποψήφιος αναγνωρίζει ανοιχτά αυτή τη διάσταση ή αν την καλύπτει πίσω από στερεότυπες διατυπώσεις που παρουσιάζουν την πολιτική ως αποκλειστικά αλτρουιστική δραστηριότητα.
Η ευκολία με την οποία αναπαράγονται τέτοιες φράσεις αποκαλύπτει και μια βαθύτερη κρίση του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα.
Αντί για σαφείς θέσεις, συχνά κυριαρχούν γενικόλογες αναφορές στην ανάπτυξη, στην πρόοδο, στην προοπτική και στο μέλλον. Οι λέξεις αυτές έχουν θετικό συναισθηματικό φορτίο, αλλά περιορισμένο πληροφοριακό περιεχόμενο.
Έτσι, η πολιτική επικοινωνία μετατρέπεται σε ανταλλαγή ευχάριστων εντυπώσεων και όχι σε σύγκρουση ιδεών και προγραμμάτων.
Οι πολίτες δεν μαθαίνουν τι ακριβώς προτείνει ο υποψήφιος. Μαθαίνουν μόνο ότι αγαπά τον τόπο του, ενδιαφέρεται για την ανάπτυξή του και επιθυμεί να προσφέρει. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που σχεδόν κανείς δεν θα αμφισβητούσε, αλλά τα οποία δεν αρκούν για να συγκροτήσουν πολιτική πρόταση.
Η φράση «Θα ήθελα να προσθέσω ένα λιθαράκι κι εγώ για την ανάπτυξη του τόπου μου, για να πάει μπροστά η Αιτωλοακαρνανία» αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κλισέ της ελληνικής προεκλογικής ρητορικής. Πίσω από τη φαινομενική της απλότητα κρύβονται η ασάφεια της έννοιας της ανάπτυξης, η παράδοση του τοπικισμού, η ανάγκη εξωραϊσμού της πολιτικής φιλοδοξίας και η γενικότερη αδυναμία του πολιτικού συστήματος να παράγει λόγο συγκεκριμένο, σαφή και προγραμματικό.
Η ουσιαστική πολιτική συζήτηση αρχίζει τη στιγμή που εγκαταλείπονται οι συμβολικές αναφορές στα «λιθαράκια» και οι αόριστες υποσχέσεις περί προόδου και τίθενται τα πραγματικά ερωτήματα: Ποια ανάπτυξη; Με ποια μέσα; Προς όφελος ποιων κοινωνικών ομάδων; Και μέσα σε ποιο συνολικό όραμα για τον τόπο και τη χώρα;
Μόνο τότε η πολιτική παύει να είναι μια άσκηση ρητορικής και γίνεται πεδίο ευθύνης, λογοδοσίας και ουσιαστικής δημοκρατικής επιλογής.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΟΜΠΟΣ




