Στην Παλαιομάνινα, η συνταγή και η ονομασία της «λαγάνας» είναι …αρχαιοελληνικές και της Σαρακοστής βυζαντινή!!!
Τη Σαρακοστή τη λένε «πρόσεγνι» (σύνθεση από τη λέξη «προ» και τη βυζαντινή «σίγνο» = σύμβολο Πάσχα!), την Καθαρά Δευτέρα «Μάρτσινα» (από τον Μάρτιο που δεν λείπει από τη Σαρακοστή!)
και τη λαγάνα «τούρτα φέρε αώτου», που είναι ομηρική λέξη = ύψωμα (πίτα χωρίς προζύμι!), ενώ όλα τα έθιμα αφορούν την καθαριότητα σώματος, ψυχής, οικιακών σκευών, ρούχων και σπιτιού…
Όταν τελείωσα το Δημοτικό σχολείο στην Παλαιομάνινα το 1955 και «πολλά άστεα και νόον έγνων» με τη φοίτησή μου στο Γυμνάσιο της Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου και, στη συνέχεια, σε δύο πανεπιστήμια στην Αθήνα, διαπίστωσα ότι η Καθαρά Δευτέρα ως ημέρα έναρξης της Σαρακοστής των παιδικών χρόνων δεν είχε καμιά σχέση με εκείνη που γιορταζόταν, για παράδειγμα, στο Μεσολόγγι ή την Αθήνα και σε άλλες περιοχές και ως προς την ονομασία και ως προς τον συμβολισμό και ως προς τα έθιμα.
Κατ΄αρχάς, όπως ανέφερα στο προηγούμενο σημείωμα για τα έθιμα της αποκριάς στην Παλαιομάνινα, την Καθαρά Δευτέρα στο χωριό μου τη λέγανε «Μάρτσινα», δηλαδή αρχή της νηστείας για το Πάσχα, που συνεκδοχικά παραπέμπει στον Μάρτιο, τον οποίο λένε «Μάρτσου» και ο οποίος δεν λείπει ποτέ από τη Σαρακοστή, όπως λέει η θυμόσοφη νεοελληνική ρήση. Ύστερα, δεν έλεγαν Σαρακοστή την περίοδο νηστείας, που άρχιζε από την Καθαρά Δευτέρα, αλλά “Πρόσε(μ)νι” ή “Πρέσι(γ)νι”, όπως στο Βυζάντιο!!!
Δηλαδή, στο ριμένικο γλωσσικό ιδίωμα δεν υπάρχουν αυτές οι γνωστές λέξεις «Σαρακοστή», «νηστεία», «καρναβάλι», αποκριά», «τυρινή», «κρεατινή». Αυτή η απουσία λέξεων με προβλημάτισε πριν από πολλά χρόνια έντονα και έτσι επεξέτεινα την έρευνά μου σε άλλους χώρους, με ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις.
Σύμφωνα με τον πρωτοπόρο νεοέλληνα «μεσαιωνολόγο» Κ. Σάθα η λέξη “Απόκρεως ” απαντάται για πρώτη φορά στα χρόνια του Ιουστινιανού (6ος αιώνας), με τη σημασία ότι ήταν οι τελευταίες χωρίς κρέας (Σαρακοστή) προς το Πάσχα. Επίσης, ο χρονογράφος Θεοφάνης μιλά για την «προ της νηστείας του Πάσχα Αποκρεωσίμου».
Η τελευταία αναφορά του Θεοφάνη με οδήγησε στη σκέψη ότι η λέξη “Πρόσε(μ)νι” ή “Πρέσι(γ)νι” στο γλωσσικό ιδίωμα των Ριμένων της Ακαρνανίας είναι σύνθετη από την ελληνική πρόθεση “προ” ή “πριν” και τη λατινική “signum”, που σημαίνει “σύμβολο”, σημείο. Σημειώνω ότι αυτή τη σημασία είχε και η ρωμαϊκή σημαία και η σημαία του Βυζαντίου τα πρώτα χρόνια, δηλαδή “σίγνο”.
Ίσως , η ρίζα να εντοπίζεται στην αρχαιοελληνική λέξη «σήμα» (δωρική «σάμα») που έχει την ίδια ερμηνεία. Σημειώνω ακόμα ότι από την ίδια λέξη παράγεται και η ριμένικη λέξη “σέμνου”, που σημαίνει “σημείο”, “σύμβολο” και προήλθε από τη συνήθη μεταβολή του “γ” σε “μ”. Έτσι, με βάση την παραδοχή αυτή η λέξη “πρόσε(μ)νι” ή πρέσε(γ)νι» σημαίνει ό,τι και η περίοδος αυτή στο Βυζάντιο, δηλαδή “προ-σύμβολο”, δηλαδή το σύμβολο πριν από τη σημαντικότερη γιορτή της χριστιανοσύνης, την Ανάσταση.
Η εκδοχή αυτή θα φαινόταν ασθενής, αν δεν υπήρχαν τα ομώνυμα έθιμα σε μερικές περιοχές της χώρας (Καρδίτσα κλπ) για το Πάσχα!!! Αποκαλύπτω, λοιπόν, ότι στην Καρδίτσα και, συγκεκριμένα, στην περιοχή του Δήμου Λίμνης Πλαστήρα, στη Φθιώτιδα (Παλαιόκαστρο) και αλλού, υπάρχει το έθιμο “Σίγνα” με το οποίο κλείνει και ο τριήμερος εορτασμός του Πάσχα με χορό που στηνόταν στον περίβολο του Ιερού Ναού.
Όπως προκύπτει και από το Νεοελληνικό Λεξικό Κουμανούδη, η λέξη “σίγνο” σημαίνει σημείο, σφράγισμα, σήμαντρο, σημαία, εικόνα. Πρόκειται για θρησκευτικό έθιμο με ένα τελετουργικό που περιλαμβάνει , μεταξύ άλλων, τη λιτάνευση εικόνων και λαβάρων.
Έθιμα με συμβολισμούς για καθαριότητα της ψυχής, του σώματος και αντικειμένων
Με αυτή την έννοια ή σημασία γιόρταζαν οι κάτοικοι της Παλαιομάνινας την Καθαρά Δευτέρα, δηλαδή ως πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, γι’ αυτό λέγεται και πρωτονήστιμη Δευτέρα και «Αρχιδευτέρα».
Η ημέρα αυτή σημαίνει το τέλος της διατροφής με κρέας και γαλακτοκομικά και την αρχή μιας περιόδου κατά την οποία, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, οι Χριστιανοί «καθαρίζονται» πνευματικά και σωματικά και όχι μόνο!
Έτσι, αυτή η προετοιμασία για την υποδοχή της Ανάστασης συνοδευόταν και από έθιμα που συνεκδοχικά παρέπεμπαν και στην καθαριότητα της καθημερινότητας. Θυμάμαι ότι η αείμνηστη μητέρα μου από νωρίς το πρωί της ημέρας αυτής έκανε γενική καθαριότητα, έπλυνε τα χάλκινα κουζινικά είδη, καθάριζε με ζεστό σταχτόνερο τις κατσαρόλες και όλα τα χάλκινα σκεύη από τα λίπη της αποκριάς μέχρι ν’ αστράψουν και έβαφε άσπρα (ασβέστωνε) τα σκαλιά και την αυλή, ενώ για το πλύσιμο των ρούχων πήγαινε μαζί με άλλες γυναίκες στο ποτάμι, στον Αχελώο ποταμό!!!
Θυμάμαι ακόμα ότι την Καθαρά Δευτέρα, πριν από μερικές δεκαετίες, στο τραπέζι υπήρχαν μόνο νηστήσιμα είδη, χωρίς λάδι, όπως ελιές, φρέσκα κρεμμυδάκια, φρέσκα σκόρδα, τουρσί, χαλβάς, φασολάδα χωρίς λάδι.
Λείπανε παντελώς τα σαρακοστιανά ιχθυηρά, όπως ταραμάς, χταπόδια, καλαμαράκια, σουπιές, κυρίως για λόγους οικονομικούς (ήταν απαγορευτικά για το τότε αγροτικό εισόδημα!), αλλά κι αντικειμενικούς (έπρεπε να πάνε στο Αιτωλικό ή στο Μεσολόγγι για να τα αγοράσουν, κομμάτι δύσκολο διότι δεν υπήρχε … συγκοινωνία!!!).
Άγνωστη η λαγάνα, γνωστό μόνο το αρχαϊκό άζυμο ψωμί.
Επίσης, στο «τραπέζι» (τρόπος του λέγειν, καθώς το «τραπέζι» ήταν ένα τραπεζομάντηλο ή «μισάλια» (από τη βυζαντινή λέξη «μενσάλιον»!) καταγής πάνω σε στρωσίδια από τραγόμαλλο!) ήταν άγνωστη η λέξη «λαγάνα», δηλαδή το γνωστό σε όλη σχεδόν την Ελλάδα ξεχωριστό ψωμί της ημέρας, ένα είδος άρτου χωρίς προζύμι, με ελλειπτικό και πεπλατυσμένο σχήμα.
Την ίδια ημέρα, στην Παλαιομάνινα, μαζί με τα παραπάνω νηστίσιμα υπήρχε απαραιτήτως και η αρχαϊκή «τούρτα φέρε αώτου», δηλαδή «το ψωμί χωρίς προζύμι», η οποία έχει βαθιές τις ρίζες στην αρχαιότητα.
Η ιστορία του φθάνει στα βάθη των αιώνων, στην Παλαιά Διαθήκη, στον 13οΚεφάλαιο της «Εξόδου» των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Επί έξι ημέρες θα τρώτε άζυμον (χωρίς προζύμι) άρτον..». Για τους ορθόδοξους χριστιανούς συμβολίζει τα «άζυμα» με τα οποία ο Λωτ περιποιήθηκε τους καλεσμένους του.
Αυτόν τον άζυμον άρτον με την παραπάνω ριμένικη ονομασία παρεσκεύαζε και η μητέρα μου. Ήταν ένα είδος λεπτού άρτου (πίτα, «τούρτα» στον ελληνολάχικο λόγο), τον οποία ο Αριστοφάνης στις «Εκκλησιάζουσες» (στίχος 843) αναφέρει ως «πόπανα» κι όχι ως «λαγάνα», όπως όλοι σχεδόν οι ασχολούμενοι με το θέμα αυτό «αβασανίστως» υιοθετούν οτιδήποτε έχει γράψει ο πρώτος, τον οποίο επαναλαμβάνουν και όλοι οι επόμενοι!
Η «παρεξήγηση» αυτή οφείλεται στο έργο «Δειπνοσοφισταί» (Βιβλίο γ, στίχος 74) του Αθήναιου, ο οποίος, παραδόξως, αναφέρει «λάγανον, τοῦτο ἐλαφρὸν τ᾽ ἐστὶ καὶ ἄτροφον, καὶ μᾶλλον αὐτοῦ ἔτι ἡ ἐπανθρακὶς καλουμένη, μνημονεύει δὲ τοῦ μὲν Ἀριστοφάνης ἐν Ἐκκλησιαζούσαις φάσκων λάγανα πέττεται».
Ωστόσο, αν ένας σοβαρός ερευνητής σπεύσει να αναζητήσει το χωρίο αυτό του Αριστοφάνη και δεν αρκεστεί στα «έτοιμα» που τού σερβίρουν, όπως επισημαίνει ο Θουκυδίδης, θα διαπιστώσει ότι στον στίχο που σώζεται σήμερα υπάρχει μόνο η λέξη «πόπανα πέττεται», δηλαδή «πίτα ψήνεται».
Την εικόνα αυτή της αείμνηστης μητέρας και την τούρτα της κάτω από τα κάρβουνα την είδα να αναφέρει στη συνέχεια ο Αθήναιος στο Τρίτο Βιβλίο του για τον άρτον «απανθρακίδα» τα εξής: “ἡ δ᾽ ἀπανθρακίς ἐστι τῶν λαγάνων ἁπαλωτέρα.” ἔοικε δὲ καὶ οὗτος ἐπ᾽ ἀνθράκων γίνεσθαι…». Έτσι, γινόταν και η «τούρτα» της μητέρας μου: σχεδόν καμένη πάνω από τα κάρβουνα!!!
Η παραδοσιακή συνταγή της λαγάνας χρειάζεται μόνο αλεύρι, νερό, αλάτι για να γίνει μία ζύμη που πλάθεται με ιδιαίτερη επιμέλεια και δεν φουσκώνει διότι δεν έχει προζύμι. Γι΄ αυτό, στην Παλαιομάνινα λέγεται «τούρτα-πίτα φέρε αώτου» ( από την αρχαιοελληική λέξη «άωτον» = ύψωμα, το οποίο στο ψωμί γίνεται με το … προζύμι, ενώ ο άρτος που κόβεται για αντίδωτο λέγεται … «ύψωμα», δηλαδή είναι ένζυμος!!!).
Η μητέρα μου, με το πλάσιμο της ζύμης έβαζε στο σημείο του τζακιού που είχε καθαρίσει από τη στάχτη την «τούρτα» και μετά έριχνε λίγη στάχτη και θράκα (μικρά φλογισμένα κάρβουνα από καμένα ξύλα) για να ψηθεί.
Ήταν ένα πολύ νόστιμο τραγανό ψωμί που ταίριαζε με τις ελιές, τα φρέσκα σκόρδα και φρέσκα κρεμμυδάκια από τον κήπο, που δεν ήθελαν να φουσκώνει για να μη φουσκώνουν οι χριστιανοί από έπαρση και αλαζονεία, αλλά να είναι σε όλη αυτην την περίοδο της νηστείας ταπεινοί και καθαροί και στην ψυχή και το σώμα μέχρι το Πάσχα!!!
Αυτό άλλωστε αναφέρει και ο λαογράφος Δημήτριος Λουκάτος (1908-2003) στο βιβλίο του «Τα Πασχαλινά και της Άνοιξης», ότι δηλαδή «Η πρώτη μέρα της Σαρακοστής ονομάζεται “Kαθαρή” γιατί ο χριστιανός “καθαίρεται” ψυχικά και διατροφικά» και ότι «βγαίνει στο ύπαιθρο, ακριβώς για να τονίσει την έννοια του καθαρμού, ενώ οι νοικοκυρές καθαρίζουν τα σκεύη της κουζίνας (και το σπίτι) για μια νέα περίοδο κατανυκτικής εγκράτειας.
Aκόμα και το ψωμί της ημέρας ζυμώνεται νηστίσιμο, σαν τα άζυμα της Παλαιάς Διαθήκης, η λαγάνα, που δεν λείπει από κανένα τραπέζι». Η Καθαρά Δευτέρα στην Παλαιομάνινα άρχιζε και τελείωνε με όλα αυτά καθώς και το πέταγμα του αετού. Θυμάμαι ότι όλα τα παιδιά της γειτονιάς μαζευόμασταν στην κοντινή αλάνα ή λοφίσκο και αμολούσαμε τους αετούς μας, τους οποίους κατασκευάζαμε την παραμονή οι ίδιοι.
Αντί για ξύλα βάζαμε καλάμια κομμένα σε φέτες και αντί για κόλλα κάναμε χυλό από αλεύρι. Ως χαρτί χρησιμοποιούσαμε … εφημερίδες και ως καλούμπα σπάγκο που αρμαθιάζαμε τα καπνά!
https://veloutsanews.blogspot.com/
Του Δημήτρη Στεργίουhttps://veloutsanews.blogspot.com/



