Ἡ ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας  εἶναι προάγγελος τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως – Του Μητροπολίτη κ. Δαμασκηνού

Παράδοξα θαύματα ἑορτάζουμε σήμερα! Μνημονεύουμε ἕναν θάνατο, μία κοίμηση καὶ μία μετάσταση! Καί θαυμάζουμε τὰ γεγονότα αὐτά, διότι, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε ἀνθρωπίνως νὰ εἶναι λόγος λύπης, ἐν τούτοις ἔχουμε χαρά, ἀναστάσιμη χαρὰ καὶ ἐλπίδα στὸ πανάχραντο πρόσωπο τῆς κοινῆς μας Μητέρας, τῆς Παναγίας μας.

Ἡ Θεοτόκος ἀκολούθησε καὶ αὐτὴ τὸν νόμο τῆς φύσεως, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ βίωσε καὶ αὐτὴ τὸν θάνατο. Ὅμως ὅπως γέννησε ἀνώδυνα, ἔτσι καὶ ἡ Κοίμησή Της ἔγινε χωρὶς πόνους: «Ἐκτὸς ὀδύνων ἡ αὐτῆς ἀποβίωσις γέγονε».

Κατὰ τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης, προκαλοῦσε δέος τὸ θέαμα: Αὐτὴ ποὺ ἔφερε μέσα της τὴν Ζωή, ἦταν νεκρή· Αὐτὴ ποὺ συνομιλοῦσε μὲ τὸν Θεό, κείτεται ἄφωνη καὶ ἄπνους πάνω στὴν κλίνη. Ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τῆς Ἀειπαρθένου εἶναι ἀοράτως παρὼν καὶ ἀποδίδει στὴν Μητέρα Του τὴν ἐξόδιο τιμή, ἀφοῦ στὰ χέρια Του ἐναπέθεσε τὸ θεοφόρο πνεῦμα Της. Κατὰ τὸν Ἱερὸ Δαμασκηνό, ἡ Παναγία παρεκάλεσε τὸν Υἱό Της: «Στὰ χέρια σου, τέκνο μου, παραθέτω τὸ πνεῦμά μου. Δέξου τὴν ψυχή μου ποὺ ἀγαπᾷς, τὴν ὁποία φύλαξες ἀναμάρτητη. Σὲ σένα τὸ σῶμα μου παραδίδω καὶ ὄχι στὴν γῆ. Φύλαξε σῶο τὸν τόπο ποὺ εὐδόκησες νὰ κατοικήσεις, καὶ ἀφοῦ γεννήθηκες, τὸν διετήρησες παρθένο».

Ἐνῷ, λοιπόν, ἀπέθανε καὶ ἐτάφη ἡ Παναγία μας, τὸ σῶμα της δὲν παρέμεινε στὸν τάφο, οὔτε «οἶδε διαφθοράν», δηλαδὴ διάλυση, γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον, γιὰ τὴν ὑπεραγιότητά Της· διότι τὸ παρθενικό Της σῶμα ὑπῆρξε τελείως ἁγνὸ καὶ ἅγιο. Ἡ Θεοτόκος, ἐπειδὴ ἀξιώθηκε νὰ μείνει προαιρετικὰ καθαρή ἀπὸ πάθη καὶ προσωπικὲς ἁμαρτίες, καθὼς εἶχε ἀνατραφεῖ μὲ οὐράνια καὶ θεῖα νοήματα, ἔγινε ἕνας ἔμψυχος οὐρανός. Καὶ δεύτερον, διότι τὸ σῶμα τὸ ὁποῖο γέννησε τὴν Ζωὴ καὶ ἔγινε κατοικία τῆς Θεότητος, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ παραμείνει στὸν τάφο καὶ νά ὁδηγήσει στὴν φθορά.

Κατὰ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, «τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε» τὸ πανάχραντο σῶμα της, ἀλλὰ τοῦτο ἀνεστήθη ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ μετέστη στοὺς Οὐρανούς. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας λέγει πὼς «τὸ πανάσπιλο σῶμα της τὸ δέχθηκε γιὰ λίγο ὁ τάφος, προσδοκοῦσε ὅμως καὶ ὁ Οὐρανὸς αὐτὸ τὸ πνευματικὸ σῶμα, τὴν καινὴ γῆ, τὸν θησαυρὸ τῆς δικῆς μας ζωῆς, τὸ τιμιώτερο ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους, τὸ ἁγιώτερο ἀπὸ τοὺς Ἀρχαγγέλους. Ἀποδόθηκε, λοιπόν, ὁ θρόνος στὸν Βασιλέα, ὁ παράδεισος στὸ ξύλο τῆς ζωῆς, ὁ δίσκος στὸ φῶς, στὸν καρπὸ τὸ δένδρο, ἡ Μητέρα στὸν Υἱό, ὡς ἄξια καθ’ ὅλα ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους». Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ τελευταῖο μυστήριο τὸ ὁποῖο συνετελέσθη στὸ ζωοδόχο σῶμα τῆς Θεομήτορος, ἐκ τοῦ ὁποίου πήγασε ἡ ἀθανασία καὶ ἡ ἀφθαρσία. 

Ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος προσέλαβε τὸ Σῶμα Του ἀπὸ τὴν Παναγία, τώρα ἀνασταίνει τὸ σῶμα Της, τὸ ἐνδύει μὲ ἀφθαρσία, τὸ δοξάζει μὲ θεοπρεπῆ δόξα καὶ λαμπρότητα καὶ τὸ μεταθέτει στὴν Βασιλεία Του.

Ἡ ἑορτή, λοιπόν, τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας εἶναι ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεώς Της καὶ προάγγελος τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. Καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ λαός μας χαρακτηρίζει τὴν σημερινὴ ἑορτὴ ὡς «τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ». Μὲ τὸ «ἀνοιξιάτικο Πάσχα» ἑορτάζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τὴν νίκη Του ἐναντίον τοῦ θανάτου, ἡ ὁποία ἄνοιξε στὸν κόσμο τὴν ὁδὸ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Μὲ τὸ «καλοκαιρινὸ Πάσχα» ἑορτάζουμε τὴν πορεία τῆς Μητέρας τοῦ Χριστοῦ μας, τῆς Παναγίας, ἐπάνω στὴν ὁδὸ τὴν ὁποία ἄνοιξε ὁ Υἱός Της, ὁ Χριστός, γι’ Αὐτὴν ἀλλὰ καὶ γιὰ  τὸν κόσμο.

Τώρα, ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, «ἔχοντας καὶ τὸν οὐρανὸ κατάλληλο κατοικητήριο ὡς ταιριαστὸ βασίλειο, στὸ ὁποῖο μετατέθηκε σήμερα ἀπὸ τὴν γῆ, παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. μδ΄ 10). Ὡς ἱματισμὸ διάχρυσο θὰ πρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὸ διαυγές Της σῶμα, στολισμένο μὲ τὶς παντοειδεῖς ἀρετές. 

Μὲ τὴν Μετάστασή Της στοὺς Οὐρανούς, ἡ Θεοτόκος δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, «τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε», ἀλλὰ τὴν ἐκπροσωπεῖ καὶ πρεσβεύει γι’ αὐτὴν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου εἰσῆλθε ἀναστημένη ὡς προεικόνιση τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ ἀληθινὴ μεσίτρια μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ἡ μεσιτεία Της εἶναι μεσιτεία δεήσεως καὶ ἱκεσίας. Ἡ Παναγία μεσιτεύει στὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τὴ σωτηρία τῶν πιστῶν οἱ ὁποῖοι καταφεύγουν στὴν κραταιὰ σκέπη καὶ προστασία Της, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου.

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς ἡρπάγη κάποια στιγμὴ στὸν Παράδεισο. Καὶ ἐκεῖ ἀναζητοῦσε τὴν Παναγία, μὰ δὲν τὴν ἔβρισκε καὶ σκυθρώπασε. Τοῦ λέει ἕνας Ἄγγελος: Ποιὸν ψάχνεις νὰ βρεῖς; Τὴν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, λέγει ὁ Ἅγιος. Καὶ τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἄγγελος: Μὴν κοπιάζεις, ἀδελφέ. Ἄδικα ψάχνεις. Αὐτὴ δὲν βρίσκεται ἐδῶ ποτέ. Συνεχῶς γυρίζει στὴν γῆ, ὅπου ἀκούει ὅποιον τὴν ἐπικαλεῖται μὲ πόνο, καὶ τρέχει νὰ τὸν παρηγορήσει καὶ νὰ τοῦ σκουπίσει τὰ δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια.

«Τῇ ἐνδόξῳ Κοιμήσει σου οὐρανοὶ ἐπαγάλλονται, καὶ Ἀγγέλων γέγηθε τὰ στρατεύματα, πᾶσα ἡ γῆ δὲ εὐφραίνεται». Εὐφροσύνη καὶ χαρά, λοιπόν, σήμερα στὴν Ἐκκλησία καὶ στὶς καρδιές μας. Εὐφροσύνη, διότι τελικὰ ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τῆς δόξης Της, καὶ ἡ οὐράνια αὐτὴ δόξα Της ἀντανακλᾶται ἐδῶ στὴ γῆ καὶ στὴ σωτηρία μας, ἀφοῦ Αὐτὴ εἶναι ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου, ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἡ Ἀειπάρθενος, ἡ Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ἡ Βασίλισσα Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων, ἡ προστασία τῶν Χριστιανῶν ἡ ἀκαταίσχυντος καὶ ἡ μεσιτεία πρὸς τὸν Ποιητὴν ἡ ἀμετάθετος.

Ἄς σπεύδουμε, ἑπομένως, μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ ἱερὸ δέος νὰ τιμήσουμε τὴν πανύμνητο Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, ἀλλὰ καὶ δική μας Μητέρα. Νὰ προσκυνήσουμε τὶς ἅγιες καὶ θαυματουργὲς εἰκόνες Της. Νὰ ἀνοίξουμε τὶς καρδιές μας καὶ νὰ ἐκφράσουμε τοὺς πόνους μας, ὥστε νὰ ζητήσουμε τὴν προστασία καὶ τὴ βοήθειά Της. Νὰ τὴν μακαρίσουμε, νὰ τὴν ἀνυμνήσουμε, νὰ τὴν δοξάσουμε, νὰ διδαχθοῦμε καὶ νὰ ἐμπνευσθοῦμε ἀπὸ τὴν οὐράνια ζωή της καὶ τὸ παράδειγμά Της. 

 

Του Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Δαμασκηνού

Σχετικές δημοσιεύσεις