Κάθε κοινωνία έχει ορισμένες μέρες που λειτουργούν σαν πυκνωτές της ιστορίας της. Η 8η Μάρτη είναι μια από αυτές τις στιγμές όπου το παρελθόν, οι κοινωνικοί αγώνες και τα σημερινά αδιέξοδα συναντιούνται σε μια δύσκολη ισορροπία. Στις μέρες μας, η μέρα αυτή κινδυνεύει συχνά να εκφυλιστεί σε μια ανώδυνη γιορτή, μια ευκαιρία για εμπορική εκμετάλλευση ή μια τυπική φιλοφρόνηση που εξαντλείται σε λουλούδια και ευχές. Όμως, η ίδια η ύπαρξη αυτής της ημέρας δεν γεννήθηκε από κάποια αφηρημένη ηθική ευαισθησία, αλλά από την καρδιά των κοινωνικών συγκρούσεων.
Η ιστορική μνήμη μάς επιστρέφει στις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1908, δεκαπέντε χιλιάδες γυναίκες διαδήλωσαν στη Νέα Υόρκη, διεκδικώντας το δικαίωμα στην ψήφο, αλλά κυρίως το δικαίωμα στην ανθρώπινη ζωή. Το σύνθημα «Ψωμί και Τριαντάφυλλα» παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα της ενιαίας ταξικής και έμφυλης πάλης: το ψωμί συμβόλιζε την οικονομική επιβίωση και την ασφάλεια, ενώ τα τριαντάφυλλα την ανάγκη για μια ζωή που να αξίζει να βιωθεί, μια ζωή με ποιότητα, πολιτισμό και αξιοπρέπεια.
Όταν η σοσιαλίστρια Κλάρα Τσέτκιν πρότεινε το 1910 τη θεσμοθέτηση αυτής της ημέρας, δεν επεδίωκε να δημιουργήσει μια επέτειο μνήμης, αλλά ένα πολιτικό εργαλείο κινητοποίησης. Η γυναικεία χειραφέτηση δεν θεωρήθηκε ποτέ ως ένα απομονωμένο «γυναικείο ζήτημα», αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της συνολικής κοινωνικής απελευθέρωσης.
Για να κατανοήσουμε τη θέση της γυναίκας σήμερα, πρέπει να απομακρυνθούμε από την ιδέα ότι η πατριαρχία είναι απλώς ένα «κατάλοιπο του παρελθόντος» ή μια παλαιομοδίτικη νοοτροπία που θα σβήσει με τον καιρό. Η πατριαρχία είναι μια δυναμική δομή εξουσίας που, στην πορεία της ιστορίας, παντρεύτηκε τον καπιταλισμό με έναν τρόπο εξαιρετικά αποτελεσματικό για την κερδοφορία του κεφαλαίου.
Η ένταξη των γυναικών στην παραγωγή κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης υπήρξε μια διαδικασία βαθιά αντιφατική. Από τη μια πλευρά, η έξοδος από την ιδιωτική σφαίρα του σπιτιού και η συμμετοχή στη μισθωτή εργασία προσέφερε τη δυνατότητα μιας οικονομικής αυτονόμησης. Από την άλλη, όμως, ο καπιταλισμός ενσωμάτωσε το γυναικείο δυναμικό ως μια δεξαμενή φθηνής και πειθαρχημένης εργασίας.
Εδώ συναντάμε μια τραγική ειρωνεία: η «ισότητα» που προσφέρθηκε στις γυναίκες μέσα στο εργοστάσιο ή το γραφείο ήταν συχνά η ισότητα στην εκμετάλλευση. Η γυναίκα απέκτησε το «δικαίωμα» να αποξενώνεται από το προϊόν της εργασίας της ακριβώς όπως ο άνδρας συνάδελφός της, ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε να φέρει το δυσβάσταχτο βάρος της απλήρωτης οικιακής εργασίας και της φροντίδας. Όμως, αυτή η ισότητα στην αλλοτρίωση δεν σήμαινε και ισότητα στην εξουσία. Η γυναίκα παρέμενε –και παραμένει– το υποκείμενο του υποκειμένου, αυτή που πρέπει να στηρίζει τον άνδρα εργάτη ώστε εκείνος να είναι παραγωγικός.
Σε αυτό το σημείο, η ανάλυσή μας πρέπει να εμβαθύνει στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται η ταυτότητα. Το φύλο δεν είναι μια στείρα βιολογική μοίρα, αλλά μια επιτελεστικότητα. Δεν γεννιόμαστε γυναίκες ή άνδρες με προκαθορισμένους ρόλους, γινόμαστε μέσα από την αδιάκοπη επανάληψη πράξεων, λόγων και κινήσεων που η κοινωνία επιβάλλει ως κανονικές.
Η «θηλυκότητα» και η «αρρενωπότητα» δεν είναι φυσικά χαρακτηριστικά, αλλά κοινωνικές κατασκευές που εξυπηρετούν τη διατήρηση της ιεραρχίας. Η θηλυκότητα, ιστορικά, κατασκευάστηκε ως το αντίθετο της εξουσίας: συνδέθηκε με την παθητικότητα, τη συναισθηματικότητα, τη φροντίδα και την υποταγή. Αντίστοιχα, η αρρενωπότητα ταυτίστηκε με τη δράση, τον λόγο, τη βία και την κυριαρχία.
Αυτός ο διαχωρισμός είναι το θεμέλιο της καταπίεσης. Η θηλυκότητα δεν υποτιμάται μόνο όταν εμφανίζεται στις γυναίκες, αλλά και όταν εκδηλώνεται σε οποιοδήποτε σώμα. Η «θηλυπρέπεια» αντιμετωπίζεται παντού με χλευασμό ή βία, ακριβώς επειδή θεωρείται έκπτωση από το πρότυπο της ισχύος.
Ο μισογυνισμός, λοιπόν, δεν στρέφεται μόνο κατά των γυναικών, αλλά κατά οτιδήποτε θηλυκού. Είναι ένας μηχανισμός που τιμωρεί την απόκλιση από το δρακόντειο νόμο, επειδή η θηλυκότητα έχει ταυτιστεί με την ευαλωτότητα, την άγνοια, την αφέλεια και την έλλειψη εξουσίας. Όταν η κοινωνία υποτιμά τη θηλυκότητα ως χαρακτηριστικό, στην πραγματικότητα προετοιμάζει το έδαφος για την εκμετάλλευση και τη βία.
Η πρόσφατη υπόθεση της 31χρονης Τάρια στον Κολωνό φέρνει αυτή την πραγματικότητα με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο. Το σώμα της βρέθηκε γεμάτο σημάδια παλαιότερης και πρόσφατης κακοποίησης, ενώ μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής μιλούν για επαναλαμβανόμενη βίαιη συμπεριφορά του συντρόφου της. Η ίδια προσπαθούσε να βρει δομή φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών προκειμένου να απομακρυνθεί από το περιβάλλον βίας. Η ιστορία αυτή δεν αφορά μόνο τη βαρβαρότητα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Φανερώνει την ύπαρξη ενός κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο η κακοποίηση μπορεί να διαρκεί για χρόνια χωρίς να διακόπτεται, όπου η διαφυγή από μια βίαιη σχέση προϋποθέτει θεσμούς προστασίας που συχνά δεν υπάρχουν ή είναι ανεπαρκείς.
Η συζήτηση για τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι τέτοιες ιστορίες δεν αποτελούν σπάνιες εξαιρέσεις. Η έννοια της γυναικοκτονίας περιγράφει μια μορφή βίας που συνδέεται άρρηκτα με σχέσεις εξουσίας και ιδιοκτησίας πάνω στο γυναικείο σώμα. Στην κοινωνική πραγματικότητα πολλών χωρών, οι περισσότερες δολοφονίες γυναικών πραγματοποιούνται από νυν ή πρώην συντρόφους. Το γεγονός αυτό αποδομεί το αφήγημα της ασφαλούς εστίας. Η οικιακή σφαίρα, που συχνά παρουσιάζεται ως χώρος ιδιωτικότητας και αγάπης, μετατρέπεται σε πεδίο άσκησης απόλυτου ελέγχου.
Πώς όμως νομιμοποιείται αυτή η βία στη συνείδηση της κοινωνίας; Εδώ υπεισέρχονται οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους: η εκπαίδευση, τα μέσα ενημέρωσης, το νομικό σύστημα. Από το σχολείο μαθαίνουμε ποια σώματα επιτρέπεται να είναι δυνατά και ποια πρέπει να είναι σιωπηλά. Στα ΜΜΕ, συχνά βλέπουμε το θύμα να δικάζεται για τις επιλογές του, ενώ ο θύτης παρουσιάζεται ως ένας καλός οικογενειάρχης που θόλωσε από το πάθος της στιγμής.
Αυτοί οι μηχανισμοί συγκροτούν και αναπαράγουν ένα πλέγμα που καθορίζει ποια σώματα θεωρούνται κανονικά και, εν τέλει, ποια ζωή λογίζεται ως πλήρως ανθρώπινη. Η πατριαρχία, υπό αυτή την έννοια, δεν αφορά μόνο τη σχέση ανδρών και γυναικών αλλά την ίδια τη δομή της κοινωνικής κανονικότητας. Όσα σώματα ή ταυτότητες δεν ταιριάζουν στο πρότυπο του κυρίαρχου, λευκού, ετεροφυλόφιλου άνδρα, αντιμετωπίζουν πολλαπλές μορφές αποκλεισμού.
Η θεωρητική συμβολή του φεμινισμού και των queer σπουδών έχει αναδείξει ότι το φύλο λειτουργεί ως μηχανισμός οργάνωσης αυτής της κανονικότητας. Η υποτίμηση της θηλυκότητας είναι το εργαλείο με το οποίο το σύστημα πειθαρχεί όποιον παρεκκλίνει. Έτσι, ο αγώνας ενάντια στην πατριαρχία είναι ταυτόχρονα αγώνας ενάντια στον τρόπο με τον οποίο το κράτος και το κεφάλαιο ορίζουν τι είναι δήθεν φυσιολογικό και τι όχι.
Αν κάτι μας διδάσκει η ιστορία της 8ης Μάρτη, είναι ότι ο αγώνας δεν μπορεί παρά να είναι ενιαίος. Δεν μπορούμε να μιλάμε για γυναικεία χειραφέτηση αγνοώντας την ταξική θέση των γυναικών. Η οικονομική ανισότητα, η άνιση κατανομή της φροντίδας και η υποεκπροσώπηση στις θέσεις εξουσίας συνθέτουν ένα πεδίο στο οποίο η βία μπορεί να εμφανιστεί ως αναγνωρίσιμη συνέπεια της αδυναμίας.
Μια γυναίκα που δεν έχει οικονομική ανεξαρτησία είναι πολύ πιο δύσκολο να εγκαταλείψει έναν κακοποιητικό σύντροφο. Μια μετανάστρια εργάτρια είναι διπλά ευάλωτη απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία και την κρατική καταστολή. Οι αγώνες των γυναικών, των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, των εργατών και των μεταναστών δεν είναι παράλληλοι μα διασταυρούμενοι. Η πατριαρχία, ο καπιταλισμός και ο ρατσισμός τρέφονται από την ίδια ρίζα: την ανάγκη να κατηγοριοποιούν τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους, σε ιδιοκτήτες και κτήματα.
Όταν διεκδικούμε ίσους μισθούς, διεκδικούμε ταυτόχρονα την κατάρρευση της ιδέας ότι η γυναικεία εργασία είναι συμπληρωματική. Όταν παλεύουμε ενάντια στη βία κατά των τρανς ατόμων, παλεύουμε ενάντια στην ίδια δομή που θέλει να επιβάλλει πώς πρέπει να είναι ένα σωστό σώμα. Όταν ζητάμε δημόσιες και δωρεάν δομές φροντίδας, επιτιθέμεθα στην καρδιά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που βασίζεται στην απλήρωτη γυναικεία εργασία.
Ο φεμινισμός που χρειαζόμαστε σήμερα είναι ένας φεμινισμός της βάσης, των δρόμων και της καθημερινότητας. Είναι ένας λόγος που δεν φοβάται να μιλήσει για την οικονομία, αλλά ούτε και για το συναίσθημα. Που αναγνωρίζει ότι η καταπίεση πονάει στο σώμα και στην ψυχή.
Πρέπει να ξεφύγουμε από την πεπατημένη και να μιλήσουμε για την ουσία: για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ορίζει τη ζωή του, να μην φοβάται να περπατήσει το βράδυ μόνη της, να μην αναγκάζεται να υπομένει τη βία επειδή δεν έχει πού να πάει. Η χειραφέτηση των γυναικών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την χειραφέτηση από τα δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς και της κοινωνικής κανονικότητας.
Η 8η Μάρτη μας θυμίζει ότι η ιστορία δεν γράφεται από μεγάλους νικηφόρους άνδρες, αλλά από τις ανώνυμες μάζες των γυναικών που κάποτε αποφάσισαν ότι το ψωμί δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται από τριαντάφυλλα. Σήμερα, το διακύβευμα παραμένει το ίδιο. Η πάλη ενάντια στην πατριαρχία είναι πάλη για έναν κόσμο όπου η φροντίδα θα είναι συλλογική ευθύνη και όχι ατομικό βάρος, όπου η διαφορετικότητα δεν θα είναι αφορμή για βία αλλά πηγή αυτοπραγμάτωσης.
Η χειραφέτηση, όπως και η επανάσταση, δεν είναι ένας προορισμός που θα φτάσουμε κάποτε, αλλά μια διαρκής διαδικασία. Είναι η καθημερινή άρνηση να αποδεχτούμε το «έτσι έχουν τα πράγματα» και το «δεν υπάρχει εναλλακτική». Είναι η αλληλεγγύη που χτίζουμε στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς και μέσα στα σπίτια μας. Όσο υπάρχει έστω και μία Τάρια που παλεύει μόνη της ενάντια στο σκοτάδι, όσο υπάρχει έστω και ένα άτομο που περιθωριοποιείται για την ταυτότητά του, ο αγώνας για την καθολική ανθρώπινη αξιοπρέπεια παραμένει το πιο επείγον καθήκον της εποχής μας.
Δεν θέλουμε απλώς ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα. Θέλουμε να αλλάξουμε τη συνταγή. Θέλουμε έναν κόσμο όπου η θηλυκότητα δεν θα είναι συνώνυμο της καταπίεσης, αλλά μια ελεύθερη επιλογή έκφρασης, και όπου η ανθρωπιά θα είναι το μόνο μέτρο της αξίας μας.
kommon.gr




