Τα έθιμα στον πρώην κεφαλοχώρι της Ακαρνανίας ήταν μόνο αγροτικά, θρησκευτικά και ηρωικά, διότι η
πολύ κλειστή διοικητική (μυκηναϊκή!) και κοινωνική οργάνωση των κατοίκων συνέβαλε να διατηρήσουν
οι Ριμένοι την αρχική σημασία της αποκριάς, που ήταν μια χαρούμενη ανάπαυλα στη μονότονη,
χειμωνιάτικη αγροτική και κτηνοτροφική ζωή με ατέλειωτο φαγητό (κοψίδια), κρασί και γλέντι,
με τραγούδια της τάβλας και το ηρωικό κλέφτικο «πώς το τρίβουν το πιπέρι», μολονότι είχε χαρακτηριστεί
ως … «διαβολικό», πολυφαγία, οινοποσία, με προσφορές για εξευμενισμό των νεκρών (Ψυχοσάββατα)…
Η παιδιόθεν παρατήρησή μου ότι τα έθιμα της αποκριάς στο χωριό μου, στην Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας, είχαν δεχθεί ελάχιστες επιρροές από τα αντίστοιχα σε όλη σχεδόν την Ελλάδα κορυφώθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια φοίτησής μου στα δύο πανεπιστήμια στην Αθήνα με τη συνέχιση έρευνας σε βιβλιοθήκες και μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας.
Από τη μελέτη, για παράδειγμα, έργων διαπρεπών Ελλήνων λαογράφων (Νικόλαος Πολίτης, Γεώργιος Μέγας, Δημήτρης Λουκάτος, Νίκος Μάργαρης κι άλλοι) και ξένων διαπρεπών συγγραφέων, όπως ο ακαδημαϊκός, καθηγητής της Σορβόνης και διευθυντής της Ecole Normale Superieure Robert flaceliere («Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Αρχαίων Ελλήνων) διαπίστωσα ότι, μολονότι το γλωσσικό ιδίωμα των Ελληνοβλάχων της Ακαρνανίας έχουν ως παχύ υπόστρωμα την αρχαία ελληνική γλώσσα και επίστρωμα στοιχεία της δημώδους λατινικής και όλα τα έθιμα (γέννηση, γάμος, θάνατος, εικόνες της καθημερινής ζωής κλπ) έχουν αρχαιοελληνικές ρίζες, τα έθιμα της αποκριάς στην Παλαιομάνινα δεν έχουν τίποτε σχεδόν από τα δρώμενα της αποκριάς σε άλλες περιοχές, τα οποία έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα.
Δηλαδή, έχουν τη ρίζα τους στα Ελευσίνια Μυστήρια και στη λατρεία του Διονύσου και σήμερα αποτελούν μία σύνθεση ιστορίας, μυθολογίας και λαογραφίας με τα γνωστά ήθη, έθιμα και εκδηλώσεις.
Όλα αυτά τα έθιμα και οι εκδηλώσεις δίνουν την εντύπωση ότι οι άνθρωποι θέλουν να ξεφεύγουν από την καθημερινότητα και να εξωτερικεύουν τα πάθη τους με τη βοήθεια της μεταμφίεσης (Κουδουνάτοι, Κουκούγεροι, Μπούλες, Γενίτσαροι, Γέροι και Κορέλες κ.ά.) και με αναπαραστάσεις (καρναβάλια) γαμηλίου πομπής, θανάτου και νεκρανάστασης, σατιρισμοί, παρωδίες, τιμωρίες (κρεμάλα), βωμολοχίες κλπ.
Τίποτε από όλα αυτά δεν υπάρχει στα έθιμα της Αποκριάς, τη Τυρινής και της Καθαράς Δευητέρας στην Παλαιομάνινα. Μάλιστα, διαπίστωσα ότι, όπως θα αναφέρω πιο κάτω, μολονότι, κατά μία εκδοχή, το πρώτο συνθετικό της λέξης «καρναβάλι» είναι η λατινική «κάρνα» , δηλαδή «κρέας», που έτσι το λένε και στην Παλαιομάνινα, και το δεύτερο συνθετικό « levare», δηλαδή «αίρω», «σηκώνω», «αφαιρώ» και σχετίζεται σημασιολογικά με την αντίστοιχη ελληνική «αποκριά» (και οι δύο σηματοδοτούν την αποχή από την κατανάλωση κρέατος), η λέξη «καρναβάλι» δεν υπάρχει στον ελληνοβλάχικο λόγο, όπως δεν υπάρχει και η λέξη «Σαρακοστή», αλλά μόνο η μεσαιωνική «Πρέσινι», όπως θα σχολιάσω στο επόμενο σημείωμα!
Πλήρης επιβεβαίωση των αφηγήσεων των γερόντων!
Είναι εκπληκτική η διαπίστωση ότι μετέπειτα η έρευνά μου επιβεβαίωσε τις απαντήσεις που μού έδιναν οι γεροντότεροι του χωριού μου κατά τις σχετικές συζητήσεις μαζί τους στα καφενεία κατά τη δεκαετία του 1960. Ότι, δηλαδή, παλιότερα για τους κατοίκους της Παλαιομάνινας η αποκριά ήταν μια χαρούμενη ανάπαυλα στη μονότονη, χειμωνιάτικη αγροτική και κτηνοτροφική ζωή και σήμαινε ατέλειωτο γλέντι, πολυφαγία, οινοποσία, χωρίς μασκαρέματα και ανήθικες συμπεριφορές.
Κι όλα αυτά γίνονταν ως προετοιμασία τους ως χριστιανών να υποδεχθούν την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Δηλαδή, τη Εκκλησία, είχε συνδέσει τα δρώμενα των αποκριών και του καρναβαλιού με τις παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων στις γιορτές προς τιμή του Διονύσου, θεού του κρασιού και της ευθυμίας, με τις διονυσιακές ή βακχικές γιορτές, κατά τις οποίες οι οπαδοί του μεταμφιέζονταν φορώντας δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με τρυγία (κατακάθι του κρασιού) ή κάλυπταν το πρόσωπό τους με διάφορες μάσκες, για να παραμείνει άγνωστη η ταυτότητά τους, στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου, και προσπαθούσαν να έχουν τη μορφή Σατύρων, που έμοιαζαν με τράγους, που έκρυβαν την αληθινή τους ταυτότητα πίσω από τις μάσκες εκφράζοντας ελεύθερα τις κρυφές ερωτικές τους σκέψεις, όπως κάνουν και οι σημερινοί μασκαράδες τις αποκριές, αν και δεν κρύβονται πια, αντιθέτως θεωρούν τα πάθη ως … καμάρι!
Έτσι, η Εκκλησία προσπάθησε να σβήσει τα κατάλοιπα αυτών των ειδωλολατρικών εκδηλώσεων και καθιέρωσε την Αποκριά ως μια γιορτή προς το τέλος του χειμώνα με αποχή από το κρέας, που προετοιμάζει για τη νηστεία της Λαμπρής. Όμως αν και πέρασαν αιώνες, η αποκριά , με αυτόν τον εύθυμο και γιορταστικό χαρακτήρα της, με μεταμφιέσεις, μάσκες και αθυροστομίες διατηρήθηκε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα και άλλες χώρες, αλλά όχι και στους Ελληνόβλαχους της Ακαρνανίας, καθώς ήταν απομονωμένοι επί αιώνες ως νομάδες στα ηπειρωτικά βουνά το καλοκαίρι και στα χειμαδιά του Ξηρομέρου τον χειμώνα και είχαν μία κλειστή διοικητική (μυκηναϊκή!) και κοινωνική οργάνωση, γεγονός που τους έκανε να έχουν έντονο το θρησκεύειν σε πείσμα των θεωριών ντόπιου δασκάλου συγγραφέα, ο οποίος, πέρα από τις ύβρεις ότι οι Ελληνόβλαχοι της Ακαρνανίας ήταν μισέλληνες, ληστές και άλλα «εγκεφαλικά περιττώματα», σημειώνει ότι αποστρέφονταν την ιεροσύνη, πήγαιναν μόνο Πάσχα και Χριστούγεννα στην εκκλησία κι άλλα!!!
Μερικά έθιμα της αποκριάς στην Παλαιομάνινα
Όπως προανέφερα, και τις δύο αυτές Κυριακές δεν υπήρχαν, τουλάχιστον στο χωριό μου, πολλά και έντονα έθιμα με παγανιστικούς συμβολισμούς.
Το Σάββατο της Κρεατινής και τα δύο επόμενα Σάββατα, αντίθετα με την Πέμπτη που είναι μέρα χαράς, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών (Ψυχοσάββατα).
Σύμφωνα με τη ντόπια παράδοση, οι συγγενείς επισκέπτονται τα μνήματα και μοιράζουν κόλλυβα περνώντας από το
πένθος στη χαρά! Όπως μού έλεγαν οι γονείς μου, η ημέρα των ψυχών συνδέεται με τη γιορτή των λουλουδιών και της
άνοιξης, αφού την άνοιξη (αρχές Μαρτίου), που γιορτάζεται η αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της υπάρχει το έθιμο αυτό
για να εξευμενισθούν οι νεκροί και να δώσουν καρπό στη γη και να επιτρέψουν τη χαρά και το κέφι στους ζωντανούς!
Επίσης, θυμάμαι ότι τόσο η Κυριακή της Αποκριάς όσο και η Κυριακή της Τυροφάγου ήταν, στα παιδικά μου χρόνια, ζεστές οικογενειακές γιορτές. Κατά την Κυριακή της Αποκριάς κυριαρχούσαν οι μεζέδες, τα κοψίδια και φαγητά με κρέας. Την Κυριακή της Τυρινής κυριαρχούσαν μόνο φαγητά με τυροκομικά προϊόντα, όπως η μακαρονόπιτα.
Κανένας, ούτε οι γονείς μου ούτε τα αδέρφια μου και οι συγγενείς μου που παρευρίσκονταν στο τραπέζι δεν έτρωγε κρέας την Κυριακή της Τυροφάγου.
Αυτό που μού είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι μετά τα νόστιμα φαγητά με κρέας και κοψίδια (κοκορέτσι, σπληνάντερο, κομμάτια από παστό χοιρινό πάνω στη θράκα κλπ) και τον ευφραίνοντα την καρδίαν ξεχωριστό σε ποιότητα και αγνότητα σπιτικό κόκκινο οίνον
(κάθε οικογένεια είχε τα δικά της βαρέλια από τους αμπελώνες που σήμερα δεν υπάρχει ούτε μία ρίζα!!!) στρογγυλοκαθισμένοι, όπως ήταν τα πολλά τότε μέλη της οικογενείας (δεν υπήρχε τραπέζι, παρά μόνο στρωσίδια από τραγόμαλλο!), και με κορυφαίο τον παππού τραγουδούσαν ηρωικά ή ιστορικά τραγούδια τα τάβλας (ηπειρώτικα πολυφωνικά), με τελευταίο το γνωστό κλέφτικο τραγούδι «πώς το τρίβουν το πιπέρι».
Μού έκανε τότε ιδιαίτερη εντύπωση διότι το τραγούδι αυτό το χόρευαν πάντοτε επιδέξιοι ντόπιοι χορευτές στους γάμους και τα πανηγύρια και το τραγουδούσαν τις αποκριές, μολονότι είχε χαρακτηρισθεί από τον παππά ως … διαβολικό,
καθώς η απαγγελία των στίχων και οι κινήσεις των χορευτών παρέπεμπαν συνειρμικά σε σατυρικό και σκωπτικό
δρώμενο! Αυτό, λοιπόν, το σατυρικό και σκωπτικό τραγούδι είναι το μοναδικό σχεδόν δρώμενο στα έθιμα της αποκριάς
της Παλαιομάνινας, επειδή, όπως διαπίστωσα στη συνέχεια ήταν ηρωικό, κλέφτικο!.
Εννοείται ότι αυτή η παρατήρησή μου για την ιδιαίτερη προτίμηση που είχαν στα γλέντια της αποκριάς και άλλων εκδηλώσεων οι Ριμένοι της Παλαιομάνινας είχε συνέχεια, καθώς έγινε θέμα κατά την καθιερωμένη απογευματινή συζήτηση στα καφενεία κατά τους καλοκαιρινούς μήνες με τους υπέργηρους του χωριού μου!
Μού διηγήθηκαν μιαν ιστορία του τραγουδιού αυτού, η οποία, με ελαφρές παραλλαγές, επιβεβαιώθηκε από μετέπειτα έρευνά μου. Κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, μία ομάδα κλεφτών, που καταδιωκόταν από τους Τούρκους, έσπευσαν να κρυφτούν σ΄ ένα μοναστήρι, το οποίο δεν το κατονόμασαν οι γέροντες του χωριού, αλλά, κατά μαν άλλη παραλλαγή, ήταν στην Πελοπόννησο.
Σε λίγο κατέφθασαν, ύστερα από πληροφορίες, οι Τούρκοι διώκτες για να τους συλλάβουν. Ο ηγούμενος και οι καλόγεροι, για να σώσουν τους κλέφτες τους έδωσαν να φορέσουν ράσα κάτω από τα οποία έκρυβαν τα άρματά τους! Εκεί, λοιπόν, μαζεύτηκαν στο αλώνι του μοναστηριού κάθισαν στα γόνατα κι έκαναν πως έτριβαν με τα μέλη του σώματός τους το μαύρο πιπέρι σε κόκκους.
Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στον χώρο του μοναστηριού ρώτησαν τον ηγούμενο για κλέφτες, απάντησε αρνητικά. Κι όταν ο επικεφαλής της ομάδας των διωκτών Τούρκων είδε, ύστερα από κάθε εντολή του ηγούμενου, τους «καλόγερους» να κάνουν διάφορες κινήσεις προς το έδαφος άλλοτε με την κοιλιά, άλλοτε με το σαγόνι, άλλοτε με τη μύτη και τα οπίσθιά τους απόρησαν καθώς δεν είχαν δει άλλη φορά τέτοια εικόνα, αλλά και διασκέδασαν και έσκασαν στα γέλια!
Σε σχετική ερώτηση ο ηγούμενος απάντησε ότι έχει τιμωρήσει τους καλόγερους για ανυπακοή, για μερικές παρατυπίες και αταξίες που έκαναν στο μοναστήρι.
Το κόλπο πέτυχε! Καθώς ο επικεφαλής και οι στρατιώτες άφησαν τα όπλα τους από τα γέλια, ο ηγούμενος έδωσε το σύνθημα τραγουδώντας «Για σ’κωθείτε παλικάρια με σπαθιά και με χαντζάρια» ή «Για σ’κωθείτε παλικάρια, Μοραΐτικα λιοντάρια», σύμφωνα με τη δεύτερη παραλλαγή.
Οι «καλόγεροι» έβγαλαν τα άρματα από τα ράσα και εξόντωσαν τους Τούρκους. Αυτό το επεισόδιο, όπως κι άλλα παρόμοια που μού είχαν διηγηθεί οι γέροντες η λαϊκή μούσα έκανε το τραγούδι «Πώς το τρίβουν το πιπέρι», που είναι το ακόλουθο!
Πώς το τρί- βλάχα μου μωρή, πώς το τρίβουν το πιπέρι,
πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι.
Με το γό- βλάχα μου μωρή, με το γόνατο το τρίβουν,
με το γόνατο το τρίβουν και το ψιλοκοπανίζουν
Άντε για σ’κωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με τη μύ- βλάχα μου μωρή, με τη μύτη τους το τρίβουν,
με τη μύτη τους το τρίβουν και το ψιλοκοπανίζουν.
Άντε για σ’κωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με τη γλώ- βλάχα μου μωρή, με τη γλώσσα τους το τρίβουν,
με τη γλώσσα τους το τρίβουν και το ψιλοκοπανίζουν.
Άντε για σ’κωθείτε παλικάρια
Με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με τον κώ- βλάχα μου μωρή, με τον κώλο τους το τρίβουν,
με τον κώλο τους το τρίβουν και το ψιλοκοπανίζουν.
Άντε για σ’κωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με τον πού- βλάχα μου μωρή, με τον πούτσο τους το τρίβουν,
με τον πούτσο τους το τρίβουν και το ψιλοκοπανίζουν.
Άντε για σ’κωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Σημειώνω ότι η πολύ κλειστή διοικητική (μυκηναϊκή!)και κοινωνική οργάνωση των Ελληνοβλάχων της Ακαρνανίας δεν γιόρταζαν την αποκριά με μάσκες, καθώς δεν είχαν κανένα πάθος ή επιθυμίες να εξωτερικεύσουν, ενώ, όσον αφορά τις μεταμφιέσεις, θυμάμαι ότι ελάχιστα αγόρια φορούσαν την παραδοσιακή φουστανέλα των παππούδων τους και τα κορίτσια την παραδοσιακή φορεσιά των γιαγιάδων τους.
Πάντως, το έθιμο του χοντρού κούτσουρου στη φωτιά ήταν γενικευμένο, πέρα από συμβολισμούς που παραπέμπουν στην οικογενειακή αγάπη και θαλπωρή και σε συγκεκριμένους αντικειμενικούς λόγους, δηλαδή ως προστασία, προφανώς, της οικογένειας από το κρύο, αφού τότε δεν υπήρχαν καλοριφέρ και σόμπες πετρελαίου!

Φωτογραφία: Στιγμιότυπο από την αναπαράσταση του εθίμου «Κουτάρου» (γλέντι και πολυφωνικά τραγούδια της τάβλας από ομάδα γερόντων και νέων). Από αριστερά διακρίνονται: Κώστας Κουτσουμπίνας, οι αείμνηστοι συνεργάτες μου Γιώργος (Γκόγκος) Τόγιας και Νίκος Κοτνογιάννης, Κατερίνα και Γιώργος Αποστόλου, Αριστοτέλης Στεργίου (αρχείο Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας)
Αναμνήσεις του Δημήτρη Στεργίου
Αιτωλία και Ακαρνανία στο πέρασμα του χρόνου, Aetolia Acarnania tempus.



