Έρευνα – Αιτωλοακαρνανία: Η φτώχεια πίσω από τις βιτρίνες, οι ξεχασμένοι άνθρωποι και η ντροπή μιας Πολιτείας που απουσιάζει

Όταν η γήρανση συναντά τη φτώχεια, η Αιτωλοακαρνανία δεν μπορεί να κοιτάζει αλλού. Η έρευνα της Co2gether αποκαλύπτει μια σκληρή πραγματικότητα για την ελληνική ύπαιθρο, αλλά ταυτόχρονα θέτει ένα αμείλικτο ερώτημα: πόσο ακόμη θα βαφτίζουμε κοινωνική πολιτική την επιδοματική διαχείριση της εξαθλίωσης;

Υπάρχει μια Ελλάδα που φωτογραφίζεται στις τουριστικές καμπάνιες, που εγκαινιάζει έργα με κορδέλες, που μετρά την ανάπτυξη με ποσοστά και πανηγυρίζει για τους αριθμούς των οικονομικών εκθέσεων. Και υπάρχει μια άλλη Ελλάδα. Εκείνη που ζει σε παγωμένα σπίτια τον χειμώνα, που μετρά τα κέρματα για να αγοράσει τα φάρμακά της, που περιμένει να εξεταστεί σε ένα υποστελεχωμένο Κέντρο Υγείας και που γερνάει μόνη, μακριά από υπηρεσίες, υποδομές και ανθρώπους.

Αυτή την Ελλάδα φέρνει στο φως η έρευνα της Co2gether «Όταν η γήρανση συναντά τη φτώχεια». Και η Αιτωλοακαρνανία βρίσκεται μέσα στον χάρτη αυτής της έρευνας. Όχι ως μια αφηρημένη κουκκίδα στην περιφέρεια της χώρας, αλλά ως μέρος μιας πραγματικότητας που αφορά τους κατοίκους της υπαίθρου, τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, τα ευάλωτα νοικοκυριά και όσους αισθάνονται καθημερινά ότι το κράτος τούς έχει αφήσει στην τύχη τους.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Από τους 448 ανθρώπους που συμμετείχαν στην έρευνα, με κριτήριο το εξαιρετικά χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα, το 54,4% κατοικεί σε σπίτια κατασκευασμένα πριν από το 1978. Το 54,9% θεωρεί ανεπαρκή τη θέρμανσή του, ενώ το 44,8% τη χαρακτηρίζει μη ασφαλή. Το 7,5% δεν διαθέτει κανένα μέσο θέρμανσης.

Αυτά δεν είναι απλώς στατιστικές. Είναι άνθρωποι που περνούν τον χειμώνα με το άγχος του κρύου και το καλοκαίρι με τον φόβο της ζέστης. Είναι ηλικιωμένοι που καλούνται να επιβιώσουν σε κατοικίες οι οποίες συχνά δεν ανταποκρίνονται ούτε στις στοιχειώδεις απαιτήσεις μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Και εδώ αρχίζει η πραγματική ντροπή.

Πώς γίνεται, στον 21ο αιώνα, η θέρμανση ενός σπιτιού να εξακολουθεί να αποτελεί πολυτέλεια; Πώς γίνεται η πρόσβαση σε έναν γιατρό να εξαρτάται από το αν έχεις αυτοκίνητο, από το αν υπάρχει κάποιος να σε συνοδεύσει ή από το πόσα χιλιόμετρα σε χωρίζουν από την πλησιέστερη δομή υγείας;

Στην Αιτωλοακαρνανία, έναν νομό με μεγάλες γεωγραφικές αποστάσεις, ορεινούς οικισμούς, αγροτικές κοινότητες και διάσπαρτους πληθυσμούς, αυτά τα ερωτήματα δεν είναι θεωρητικά. Η απόσταση μπορεί να μετατραπεί σε αποκλεισμό. Η έλλειψη συγκοινωνίας σε αδυναμία πρόσβασης. Η υποστελέχωση μιας δημόσιας δομής σε αναβολή θεραπείας. Και η αναβολή, για έναν άνθρωπο με χρόνια προβλήματα υγείας, μπορεί να αποδειχθεί κάτι πολύ σοβαρότερο από μια ταλαιπωρία.

Η έρευνα δείχνει ότι το 74,8% των συμμετεχόντων έχει τουλάχιστον μία χρόνια πάθηση. Στους ανθρώπους ηλικίας 60 ετών και άνω, το ποσοστό εκτοξεύεται στο 92%. Παράλληλα, το 43,7% δηλώνει ότι κατοικεί μακριά από Κέντρο Υγείας, ενώ το 30,8% των συμμετεχόντων άνω των 60 ετών χρειάζεται συνοδεία για να μεταβεί σε υπηρεσία υγείας.

Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν: τι σημαίνει στην πράξη το δικαίωμα στην υγεία για έναν ηλικιωμένο σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας; Είναι πραγματικό δικαίωμα όταν δεν μπορεί να φτάσει στον γιατρό; Είναι κοινωνική προστασία όταν η πρόσβαση στη φροντίδα εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα ενός συγγενή; Είναι ισότητα όταν ο κάτοικος της πόλης έχει επιλογές, ενώ ο κάτοικος της υπαίθρου έχει να αντιμετωπίσει αποστάσεις, ελλείψεις και αναμονές;

Ή μήπως έχουμε αποδεχθεί σιωπηρά ότι ορισμένοι άνθρωποι δικαιούνται λιγότερα επειδή έτυχε να γεννηθούν, να εργαστούν και να γεράσουν μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα;

Η ύπαιθρος δεν ζητά ελεημοσύνη. Ζητά δικαιοσύνη.

Υπάρχει κάτι βαθιά προσβλητικό στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε συχνά τη φτώχεια. Τη θυμόμαστε τα Χριστούγεννα, τη μετράμε στις ετήσιες εκθέσεις, τη συζητάμε όταν δημοσιοποιούνται ανησυχητικά στοιχεία και ύστερα επιστρέφουμε στην κανονικότητά μας.

Για τους ανθρώπους που τη βιώνουν, όμως, η φτώχεια δεν είναι μια είδηση της ημέρας. Είναι κάθε λογαριασμός που δεν πληρώνεται, κάθε φάρμακο που γίνεται δυσβάσταχτο έξοδο, κάθε γεύμα που περιορίζεται, κάθε διαδρομή προς τον γιατρό που αναβάλλεται. Είναι η αγωνία μήπως αρρωστήσουν περισσότερο, επειδή δεν έχουν τα μέσα να φροντίσουν επαρκώς τον εαυτό τους.

Και η φτώχεια στην ύπαιθρο έχει μια ακόμη σκληρότερη όψη: την αορατότητα.

Ένας ηλικιωμένος που ζει μόνος σε ένα χωριό δεν βρίσκεται απαραίτητα στο οπτικό πεδίο της κοινωνίας. Δεν περνά καθημερινά μπροστά από τις υπηρεσίες, δεν εμφανίζεται στις δημόσιες συζητήσεις, δεν έχει πάντα τη δύναμη ή τη δυνατότητα να διεκδικήσει όσα δικαιούται. Μπορεί να υποφέρει σιωπηλά, μέχρι κάποιος να χτυπήσει την πόρτα του.

Η κοινωνική απομόνωση, άλλωστε, δεν είναι μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Στην έρευνα, το 23% αναφέρει κοινωνική απομόνωση, ποσοστό που ανεβαίνει στο 28,4% στους συμμετέχοντες ηλικίας 60 ετών και άνω. Την ίδια ώρα, οι διαταραχές ύπνου αφορούν το 60% αυτής της ηλικιακής ομάδας.

Αυτή είναι η άλλη όψη της εγκατάλειψης: άνθρωποι που δεν στερούνται μόνο υλικών αγαθών, αλλά και επαφής, ασφάλειας, υποστήριξης και της αίσθησης ότι κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά για αυτούς.

Και οι ευθύνες; Ποιος λογοδοτεί;

Δεν αρκεί να επικαλούμαστε τη δημοσιονομική στενότητα. Δεν αρκεί να ανακοινώνουμε προγράμματα επιδοτήσεων. Δεν αρκεί να εξυμνούμε την κοινωνική αλληλεγγύη και να περιμένουμε από εθελοντικές οργανώσεις, συγγενείς και φιλανθρωπικούς φορείς να καλύψουν τα κενά ενός ανεπαρκούς συστήματος.

Η φιλανθρωπία μπορεί να ανακουφίσει μια ανάγκη. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει το κοινωνικό κράτος.

Κανένα δέμα τροφίμων δεν διορθώνει ένα ακατάλληλο σπίτι. Καμία περιστασιακή βοήθεια δεν υποκαθιστά έναν επαρκώς στελεχωμένο γιατρό. Καμία έκτακτη παρέμβαση δεν εξασφαλίζει από μόνη της σταθερή κατ’ οίκον φροντίδα. Και κανένα επίδομα, όσο αναγκαίο κι αν είναι, δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνιμη απάντηση σε ένα σύστημα που αφήνει ανθρώπους πίσω.

Η ευθύνη είναι πρωτίστως πολιτική και θεσμική. Αφορά την κεντρική διοίκηση, τα αρμόδια υπουργεία, την περιφέρεια και τους δήμους, τον σχεδιασμό των υπηρεσιών υγείας, την κοινωνική προστασία, τη στεγαστική πολιτική και την πραγματική στήριξη των απομακρυσμένων κοινοτήτων.

Αφορά, βεβαίως, και την Αιτωλοακαρνανία: τους θεσμούς της, τους αιρετούς της, τις κοινωνικές υπηρεσίες της. Όχι για να φορτωθούν στον νομό ευθύνες που υπερβαίνουν τις αρμοδιότητές του, αλλά για να τεθεί επιτακτικά το ερώτημα τι διεκδικείται, τι σχεδιάζεται, τι υλοποιείται και τι παραμένει στα χαρτιά.

Πόσο συστηματικά καταγράφονται οι ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι και αντιμετωπίζουν πολλαπλές στερήσεις; Πόσο επαρκής είναι η κατ’ οίκον φροντίδα; Ποιες παρεμβάσεις γίνονται για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών των ευάλωτων νοικοκυριών; Πώς εξασφαλίζεται η μετακίνηση προς τις δομές υγείας; Ποια συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται για τα χωριά που αδειάζουν από υπηρεσίες, αλλά όχι από ανθρώπους που εξακολουθούν να έχουν ανάγκες;

Αυτές είναι οι ερωτήσεις που απαιτούν απαντήσεις. Όχι άλλες γενικόλογες διακηρύξεις.

Η Αιτωλοακαρνανία δεν μπορεί να συμβιβαστεί με μια ύπαιθρο δύο ταχυτήτων

Η έρευνα της Co2gether δεν επιτρέπει αυθαίρετα συμπεράσματα για το ακριβές ποσοστό φτώχειας αποκλειστικά στην Αιτωλοακαρνανία. Δεν παρουσιάζει, άλλωστε, αντιπροσωπευτική αποτύπωση κάθε δήμου ή χωριού ξεχωριστά. Αποτυπώνει, όμως, πραγματικές στερήσεις σε ευάλωτα νοικοκυριά της Δυτικής Ελλάδας και αναδεικνύει προβλήματα που οφείλουν να διερευνηθούν και να αντιμετωπιστούν σε τοπικό επίπεδο.

Αυτό ακριβώς είναι και το ουσιαστικό μήνυμα για τον νομό: η ανάγκη να περάσουμε από τις γενικές διαπιστώσεις στη συγκεκριμένη δράση.

Χρειαζόμαστε ισχυρότερες δημόσιες δομές υγείας, κινητές μονάδες για τις απομακρυσμένες περιοχές, ουσιαστική ενίσχυση της «Βοήθειας στο Σπίτι», στήριξη των οικογενειακών φροντιστών, ασφαλέστερες και ενεργειακά επαρκείς κατοικίες, προσβάσιμες υπηρεσίες και οργανωμένο εντοπισμό των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες ακραίας ευαλωτότητας.

Χρειαζόμαστε, πάνω απ’ όλα, πολιτικές που δεν θα περιμένουν τον άνθρωπο να καταρρεύσει για να τον αναζητήσουν.

Γιατί η φτώχεια δεν αρχίζει όταν κάποιος μείνει χωρίς φαγητό. Αρχίζει πολύ νωρίτερα: όταν αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη θέρμανση και στα φάρμακά του, όταν δεν μπορεί να μετακινηθεί για μια εξέταση, όταν το σπίτι του γίνεται επικίνδυνο για την υγεία του, όταν η μοναξιά μετατρέπεται σε καθημερινή συνθήκη και όταν αισθάνεται ότι κανείς δεν πρόκειται να τον ακούσει.

Και τότε η φτώχεια παύει να είναι απλώς οικονομικό μέγεθος. Γίνεται αποτυχία της κοινωνίας, αποτυχία των θεσμών και, κυρίως, αποτυχία της πολιτικής να προστατεύσει τους πιο ευάλωτους.

Η Αιτωλοακαρνανία δεν χρειάζεται να συνηθίσει την εικόνα του φτωχού ηλικιωμένου που παλεύει μόνος του. Χρειάζεται να απαιτήσει να αλλάξει αυτή η εικόνα.

Γιατί ο άνθρωπος που δούλεψε μια ζωή, που κράτησε ζωντανά τα χωριά, που καλλιέργησε τη γη, που μεγάλωσε παιδιά και στήριξε οικογένειες, δεν μπορεί να ανταμείβεται με εγκατάλειψη. Δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογικό να γερνά χωρίς επαρκή φροντίδα, χωρίς αξιοπρεπή κατοικία, χωρίς ασφαλή θέρμανση και χωρίς πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.

Αν αυτή είναι η μοίρα που επιφυλάσσουμε στους πιο αδύναμους, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στη φτώχεια τους. Βρίσκεται στη δική μας ανοχή απέναντί της.

Και μια κοινωνία που ανέχεται να γερνούν οι άνθρωποί της μέσα στην ανασφάλεια, στη στέρηση και στην αδιαφορία, δεν έχει απλώς πρόβλημα κοινωνικής πολιτικής. Έχει πρόβλημα αξιοπρέπειας και δικαιοσύνης.