Μία πόλη που κατά την ακμή της, εκτός από την ενασχόληση της με τη γεωργία ,την κτηνοτροφία, την αλιεία, τη ναυπηγική και το εμπόριο, είχε και επικοινωνία, λόγω της θέσης της, με την άλλη Ελλάδα, η οποία έφερε τους Αλύζιους σε επαφή με τις τέχνες και τα γράμματα!
Αείμνηστος καθηγητής Λιαντίνης: «Η τέχνη των Ελλήνων είναι η αποτύπωση της συμπεριφοράς τους να ξεπεράσουν τον πόνο που τους έδινε η γνώση τους για τον κόσμο και για τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Εάν οι Έλληνες δεν έβρισκαν διέξοδο στην τέχνη τους, θα ̓παιρναν τα βουνά και τα όρη. Κάτω από κάθε δέντρο θα μας άφηναν και από μια αγχόνη».

Με προβλημάτισε αρκετά αυτή η γεμάτη από δύναμη και ορμή επισήμανση του αείμνηστου καθηγητή …. στο Πανεπιστήμιο…. Δημήτρη Λιαντίνη, με τη δική μου αντίθετη: δηλαδή εμείς οι νεοέλληνες πήραμε σήμερα τα βουνά και τα όρη, διότι δεν είμαστε όλβιοι της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας και γι΄ αυτό αφήνουμε τους απέραντους αρχαιολογικούς χώρους της Ακαρνανίας για να κρεμάσουμε μιαν αγχόνη για την εκτυφλωτική πολιτιστική μας κληρονομιά;
Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, αφού, όπως προκύπτει από την απάντηση του Λιαντίνη οι αρχαίοι Έλληνες, σ΄ αντίθεση με τους σημερινούς … χαραμοφάηδες, κατάφεραν να ξεφύγουν από τον πεσιμισμό και επένδυσαν χρόνο στα γράμματα, στις επιστήμες και πόσο μάλλον στις τέχνες.
Επαναλαμβάνω ότι η ερώτηση δεν είναι ρητορική. Και εξηγούμαι: Σε μία από τις μεγαλύτερες πεδιάδες της Ακαρνανίας, στην πεδιάδα του Μύτικα, στα πρώτα υψώματα των βουνών συναντάμε μία από τις πιο σημαντικές οχυρώσεις που κατά τον Στράβωνα έχει ταυτιστεί με την αρχαία Αλυζία (Αλύζεια ή Αλυζεά).
Σύμφωνα με τη μυκηναϊκή νοοτροπία οι ογκώδεις λίθοι που ήταν ενισχυμένοι στους πύργους και στα τείχη της αρχαίας πόλης , θα προξενούσαν ακαταμάχητη εντύπωση για την αξία αυτή της πόλης.
Το Καστρί μαρτυρά ενδιαφέρον των κατοίκων της πόλης για μια ασφαλή οχύρωση. Μία πόλη που κατά την ακμή της εκτός από την ενασχόληση της με τη γεωργία ,την κτηνοτροφία ,την αλιεία, τη ναυπηγική και το εμπόριο, η επικοινωνία της πόλης λόγω της θέσης της με την άλλη Ελλάδα έφερε τους Αλύζιους σε επαφή με τις τέχνες και τα γράμματα!

Τα ανάγλυφα του Λύσιππου και η λατρεία ενός ημίθεου!
Εντός του οχυρού, εκτός από την λαξευμένη δεξαμενή, παρατηρούμε κάτι πρωτότυπο μέχρι στιγμής για ακαρνανική νοοτροπία που δεν έχει εμφανιστεί μέχρι στιγμής σε άλλη ακαρνανική πόλη. Και αναφερόμαστε στα ανάγλυφα του Λύσιππου που σώζονται μέχρι και σήμερα.
Ο Αναστάσιος Πορτελάνος δίνει μία εντυπωσιακή περιγραφή γι αυτά:
«Το ανάγλυφο διαμορφώνεται σε δύο λαξευμένα ορθογωνικά πλαίσια από τα οποία το ένα, το αριστερό καθώς το βλέπουμε παριστάνει τις μορφές δύο θεοτήτων. Από αυτές η αριστερή ανήκει σε έναν καθισμένο άνδρα, ο οποίος σκεπάζει με ιμάτιο το μεσαίο τμήμα του σώματος του και κρατάει ένα σκήπτρο , ενώ δεξιά ανήκει σε μια καθισμένη γυναίκα που φοράει έναν πτυχωτό χιτώνα και κρατάει ένα κουτί. Η παρουσία ενός λαξευμένου φιδιού στα αριστερά μέσα σε ένα τριγωνικό πλαίσιο του οποίου το κεφάλι βρίσκεται δίπλα στο κεφάλι του θεού φανερώνει την ταυτότητα των θεοτήτων, που είναι ο Ασκληπιός και η Υγεία. Στο δεξιό πλαίσιο διακρίνεται ένας γυμνός θεός όρθιος, που στηρίζεται σε δόρυ και μία γυναίκα περήφανη με μακρύ πτυχωτό χιτώνα, που επίσης κρατάει δόρυ. Οι μορφές ταυτίζονται με εκείνες του Άρη και της Αθηνάς.
Ο Θεός αριστερά έχει επίσης ταυτιστεί με εκείνες του Άρη και της Αθηνάς. Ο Θεός αριστερά έχει επίσης ταυτιστεί με τον Δία/Άρη. Οι θεότητες αυτές στο σύνολο τους σχετίζονται με τον πόλεμο. Τα χαμηλά αυτά ανάγλυφα συσχετιζόμενα και με το τετραγωνικό που συναντάμε στην εσωτερική πλευρά του τείχους στη Νότια πύλη που έχει συσχετιστεί με την τεχνοτροπία του Λύσιππου που ενισχύεται η άποψη ότι έχουμε εδώ έργα της σχολής του Λύσιππου, ο οποίος είχε φιλοτεχνήσει τα αναφερόμενα από τον Στράβωνα αγάλματα στο ιερό του προστάτη της Αλυζίας Ηρακλή παρά το λιμάνι της.
Η μορφή του Ηρακλή του προστάτη του οχυρού στην οχύρωση του Καστριού πέραν από τον κατασκευαστή των ανάγλυφων φανερώνει και τη σαφή εξάρτηση του οχυρού αυτού από την Αλυζία και επιβεβαιώνει την ταύτιση της παρά την Κανδήλα. Ο Heuzey δεν τολμά να υποθέσει ότι ο ίδιος ο Λύσιππος μπορεί να είχε λαξεύσει αυτές τις μορφές, όταν ήρθε να εκτελέσει την εργασία των 12 αγαλμάτων του στην Αλυζία, αλλά διατυπώνει την άποψη ότι ο γλύπτης, ο οποίος είχε χαράξει τις μορφές αυτών των προστατών του οχυρού είχε θυμηθεί σχεδιάζοντας τον Ηρακλή τα αγάλματα τα οποία διακοσμούσαν το λιμάνι της Αλυζίας. Είναι γεγονός ότι η διακόσμηση αυτή του φρουρίου φανερώνει μια άνθηση των τεχνών, η οποία θα μπορούσε να συσχετιστεί με αυτή της Αλυζίας της εποχής του Λύσιππου.
Το έντονο στίγμα του Καδμογέννητου Ηρακλή και στην… Αλυζία!
Ο Καδμογέννητος Ηρακλής, όπως τον αναφέρει ο Σοφοκλής στην τραγωδία του «Τραχίνιαι», είναι από τους πιο ξακουστούς μυθικούς ήρωες της ελληνικής μυθολογίας. Οι άθλοι τού προκαλούν δέος, καθώς η υπομονή του ήρωα σε συνδυασμό με την εξιλεωση του για τον θάνατο που προκάλεσε στη Μεγάρα και στα τρία του παιδιά δείχνει την αντανάκλαση της ελληνικής σκέψης στη μυθολογία και ανταποκρίνεται στην ανάγκη να αιτιολογήσουν ηθικά τις δοκιμασίες ενός ήρωα, τον οποίο συνήθιζαν να παρουσιάζουν ως κατεξοχήν δίκαιο. Οι άθλοι του Ηρακλή κατέληξαν να σημαίνουν <<τις δοκιμασίες της ψυχής>> που απελευθερώνεται βαθμιαία από τη δουλεία του σώματος και φτάνει στην τελική αποθέωση.
Συγκεκριμένα, από το βιβλίο του αρχαιολόγου Ι. Μόσχου, με τίτλο “Αλυζία” (έκδοση της ” Ένωσης Αλυζίων Αθήνας”) είχε απαθανατιστεί η σκαλιστή πέτρα με τον ήρωα να είναι σε μία στάση μετά από άθλο όπου, εδώ είναι τα μήλα των Εσπερίδων και τα κρατάει στο χέρι του. Είναι ο ενδέκατος Άθλος και ο Ηρακλής των Ελλήνων παρουσιάζεται εδώ με μία αίσθηση κούρασης!
Ο κ. Μήτσης σε ανάρτηση του αναφέρει τα εξής: “Στο λάξευμα της Κεντρικής Πύλης του Αμυντηρίου-Παρατηρητηρίου ” Καστρί Αλυζείας” παριστάνεται ο Ηρακλής στηριγμένος πάνω στο ρόπαλό του, καλυμμένο με τη λεοντή.
Το δεξί χέρι με το οποίο θα κρατούσε τα μήλα των Εσπερίδων, κρύβεται πίσω από την πλάτη του. Πρόκειται για Ελληνιστικό ανάγλυφο, στον τύπο του Ηρακλή, Farnese, ενός φημισμένου αγάλματος που φιλοτέχνησε ο Λύσιππος γύρω στο 320 π. Χ.
Το λάξευμα του λατρευτού προστάτη της αρχαίας πόλης Αλυζεία (έργο του Λυσίππου ή των μαθητών του) εκλάπη το 1986 από Έλληνες ή ξένους “συλλέκτες” και οι οποίοι το μετέφεραν σε άγνωστους τόπους …”.
Η ακµή της αρχαίας Αλυζίας είχε ως αποτέλεσµα την άνθηση των γραµµάτων και των τεχνών.
Ο Κικέρωνας, σε επιστολές προς την οικογένειά του αλλά και προς τον Τάκιτο, αναφέρει πως η πόλη, στην περίοδο της ακµής της έφτασε να αριθµεί 30.000 κατοίκους.
Εκεί βρισκόταν ένα από τα ωραιότερα έργα του Λύσιππου, χρονολογούμενου στο 320 π.Χ., οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλέους σε ανάγλυφες μετόπες για το ιερό του, που όπως µαρτυρεί ο Στράβων κλάπηκαν από κάποιο Ρωµαίο ηγεµόνα και µεταφέρθηκαν στη Ρώµη. Στην πόλη μαρτυρείται και η ύπαρξη τεμένους, αφιερωμένου στον Λοξία Απόλλωνα.



